για τον επιτονισμό

Ο όρος είναι High Rising Terminal ή High Rising Intonation. Το intonation στα ελληνικά το μεταφράζουμε επιτονισμό και αφορά τα προσωδιακά φαινόμενα στη χρήση του λόγου. Ο επιτονισμός, δηλαδή, είναι άλλο πράγμα από τον τονισμό, εξετάζει την έμφαση ή τη μη έμφαση που δίνουμε στις λέξεις ή τις φράσεις και τι ακριβώς επιλέγουμε να τονίσουμε.

Αυτή την έμφαση που είπα εγώ, στη γλωσσολογία την περιγράφουν με τους όρους πτώση και ύψωση. Στα Ελληνικά, για παράδειγμα, ο επιτονισμός των Αθηναίων τείνει να είναι πιο μονότονος, δηλ, με λιγότερες διακυμάνσεις στο ύψος του επιτονισμού, από τον επιτονισμό ομιλητών από άλλες περιοχές, ιδίως από τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου.

Παράδειγμα επιτονισμού :
Όταν λέμε «δε θέλεις» και το λέμε σα διαπίστωση, παρατηρούμε μια ύψωση στο δε και μια σταδιακή πτώση όσο προχωρούμε προς το τέλος της πρότασης.

Όταν, όμως, πούμε «δε θέλεις;» ερωτηματικά, με σκοπό να αποσπάσουμε μια πληροφορία, τότε ο επιτονισμός αλλάζει. Διατηρούμε το δε σε μία συγκρατημένη ύψωση, τονίζουμε το θε και καταλήγουμε πάλι με πτώση.

Το High Rising Terminal, τώρα, απʼ ό,τι διάβασα αφορά τα American English, κάποιων συγκεκριμένων περιοχών και αναρωτιούνται αν πρόκειται για μια γενικευμένη τάση αφού το παρατήρησαν να το υιοθετεί στους πρόσφατους λόγους του και ο Μπους. Ονόμασαν έτσι το φαινόμενο, γιατί όσοι το εφαρμόζουν τονίζουν την τελευταία συλλαβή ή μέρος της φράσης (terminal), και προφανώς αυτό διαφοροποιείται από τον «ορθόδοξο» επιτονισμό της γλώσσας.

Ίσως, στο youtube να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει αυτό το φαινόμενο στους λόγους του Μπους.

Γενικότερα, πάντως, όσοι γλωσσολόγοι ασχολούνται με τον επιτονισμό προσπαθούν να κάνουν συσχετισμούς επιτονισμού και νοήματος.
 
Last edited:

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Ο επιτονισμός είναι αυτός που κάνει στα Ελληνικά μια πρόταση ερωτηματική ή όχι όπως π.χ. "θέλετε;" και "θέλετε!" όπου το πρώτο είναι ερώτηση και το δεύτερο διαπίστωση, όπως παρατήρησε παραπάνω η Χρυσηίδα.

Σε άλλες γλώσσες όπως στα ολλανδικά αυτό επιτυγχάνεται με την σειρά των λέξεων η οποία αλλάζει: "jullie willen!" "willen jullie?" και σε άλλες γλώσσες όπως στα αγγλικά προστίθεται μια βοηθητική λεξούλα: "you want!" "do you want?"

Από εκεί και πέρα ο επιτονισμός μπορεί να αποδώσει ένα μεγάλος εύρος νοηματικής διαφοροποίησης και για παράδειγμα ανάλογα με τον επιτονισμό μπορούμε να διακρίνουμε:

ζητάτε.. = διαπίστωση π.χ. "ώστε ζητάτε! τώρα το καταλαβαίνω!"
ζητάτε! = προσταγή π.χ. "να ζητάτε αυτά που σας ανήκουν!"
ζητάτε; = π.χ. "αναρωτιέμαι εάν ζητάτε!"
ζητάτε;! = έκπληξη π.χ. "έχετε το θράσος να ζητάτε;!"

Οι Ισπανοί εκτός από το τέλος της ερωτηματικής πρότασης θέτουν και στην αρχή της ένα ερωτηματικό (ανάποδο: ¿) ώστε όταν την διαβάζεις να προσαρμόσεις εξαρχής σωστά τον επιτονισμό και να αποφύγεις αυτό που γίνεται π.χ. στα Ελληνικά όπου διαπιστώνεις τελευταία στιγμή πως η ερώτηση που τόση ώρα διάβαζες είναι ερώτηση και μόλις στην τελευταία λέξη "γυρίζεις" την φωνή σου σε ένα αστείο αποτέλεσμα.

Ακόμη κι αυτό όμως είναι στοιχειώδες. Κατά κάποιον τρόπο είναι παράξενο που δεν έχουμε συμφωνήσει σε στίξη που θα σημειώνει τον πλούτο διαφοροποίησης τού νοήματος που επιτυγχάνεται με τον επιτονισμό!
 
Μια γρήγορη και μικρή συμβολή γιατί τελευταία τρέχω και δε φτάνω!

Φτάνετε τρέχοντας (εσείς, όχι εγώ, το είπαμε :ρ) στο λιμάνι και το πλοίο όπου θα επιβιβαζόσασταν... πουθενά!

Βλέπετε έναν καλό κύριο να κάθεται σε μια γωνιά και ρωτάτε λυπημένοι: "Έφυγε το πλοίο;", κι απαντά ο συνομιλητής σας κοφτά: "Τώρα". Σε αυτήν την περίπτωση σίγουρα φταίνε τα φανάρια που σας καθυστέρησαν.

Αν όμως ο κύριος απαντήσει: "Τώωωωωρα;"... ε μάλλον σας πήρε ο ύπνος :χαχα:

Είναι πολύ σημαντικός ο επιτονισμός όταν μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα :)))
 
Ο επιτονισμός είναι αυτός που κάνει στα Ελληνικά μια πρόταση ερωτηματική ή όχι όπως π.χ. "θέλετε;" και "θέλετε!" όπου το πρώτο είναι ερώτηση και το δεύτερο διαπίστωση, όπως παρατήρησε παραπάνω η Χρυσηίδα.
Όχι ακριβώς, δεν είναι ακριβώς αυτό ο επιτονισμός, ίσως να μην ήμουν αρκετά σαφής. Και το παράδειγμα έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Όπως δεν πρέπει να συγχέουμε τον τονισμό με τον επιτονισμό, άλλο τόσο δεν πρέπει να συγχέουμε τον επιτονισμό με τη στίξη.

Ας δούμε αυτό το παράδειγμα :

Θέλω να φάω τώρα.

Δύο πιθανές εκδοχές που σκέφτομαι είναι οι εξής :

Θέλω να φάω τώρα.

ή

Θέλω να φάω τώρα.

Αυτό που αποδίδει ο επιτονισμός δεν μπορεί να αποδωθεί με κανένα σημείο στίξης και γι' αυτό υπάρχει ως όρος.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Όχι ακριβώς, δεν είναι ακριβώς αυτό ο επιτονισμός, ίσως να μην ήμουν αρκετά σαφής. Και το παράδειγμα έκανε τα πράγματα χειρότερα.

Όπως δεν πρέπει να συγχέουμε τον τονισμό με τον επιτονισμό, άλλο τόσο δεν πρέπει να συγχέουμε τον επιτονισμό με τη στίξη.
Φίλη Χρυσηίδα, σαφής ήσουν, σε καταλάβαμε! Όμως φοβάμαι πως εδώ μπερδεύεις εσύ τα πράγματα. Επιτονισμός είναι ο τόνος τής φωνής όταν εκφέρουμε μια φράση. Στίξη βεβαίως είναι ο τρόπος που σημειώνουμε στην γραφή οδηγίες για την ανάγνωση και άρα την εκφορά ενός κειμένου.

Ο επιτονισμός δεν είναι μόνο αυτό που περιγράφεις στο παράδειγμά σου αλλά καλύπτει και την περίπτωση τού δικού μου παραδείγματος.

Στο βιβλίο «Νεοελληνική Γραμματική και Συγκριτική Ανάλυση», Μέρος Α΄: Θεωρία του Ευάγγελου Πετρούνια το οποίο έχει την εκτενέστερη ανάλυση για τον επιτονισμό που έχω δει γράφει:

«Οι κινήσεις τής φωνής που συνοδεύουν ένα εκφώνημα, καθώς και οι σχετικές ακραίες αποστάσεις από τη χαμηλότερη μέχρι την ψηλότερη νότα όπου μπορεί να φτάσει η φωνή, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. […]
Μέσα όμως σ’ αυτή τη μεγάλη ποικιλία μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές καταστάσεις, ανάλογα με το πώς καταλήγει η κίνηση της φωνής:
α) Στο τέλος του εκφωνήματος η φωνή ακολουθεί καθοδική κίνηση. […] Με την κατάληξη αυτή δίνεται το μήνυμα: «ξέρουμε τα γεγονότα». Πρόκειτα για τον τυπικό επιτονισμό των καταφατικών προτάσεων, αλλά και των περισσότερων προσταχτικών.[…]
β) Στο τέλος του εκφωνήματος η φωνή μπορεί αντίθετα να παρουσιάζει ισχυρή ανοδική κίνηση. Δίνεται έτσι το μήνυμα: «δεν ξέρουμε τα γεγονότα». Πρόκειται για τον τυπικό επιτονισμό των ερωτηματικών προτάσεων.[…]
γ) Στο τέλος του εκφωνήματος μπορεί και πάλι η φωνή να παρουσιάζει ανοδική κίνηση, αλλά μικρότερη από ότι στην προηγούμενη περίπτωση, και συνήθως συνεχίζεται με κάποιο "τράβηγμα", σβηνει σταδιακά η ένταση. Δίνεται το μήνυμα: «δέν έχουμε μπροστά-μας όλα τα γεγονότα", ή "δέν είμαστε σίγουροι", βρισκόμαστε ακόμα πρίν από το τέλος". Μένει δηλαδή κάποια "εκκρεμότητα". […]»


Ο συγγραφέας αφιερώνει στο σύνολο τριάντα σελίδες για να αναλύσει το φαινόμενο τού επιτονισμού, απλά ανάφερα την βασική κατηγοριοποίηση που κάνει στην αρχή και δείχνει πως επιτονισμός δέν είναι απλά ο εμφατικός τονισμός μιας λέξης μέσα σε μια φράση αλλά ο ιδιαίτερος τονισμός όλης τής φράσης, μικρής ή μεγάλης, ώστε να εξειδικεύσουμε ένα νόημα. Πολύ ξεκάθαρα το τοποθετεί στην ίδια παράγραφο:
«Οι ποικίλοι συνδυασμοί κινήσεων της φωνής και τόνου όχι μόνο δηλώνουν διαφορετικές σημασίες και εκφράζουν διαφορετικά συναισθήματα, αλλά χαραχτηρίζουν και διαφορετικές διαλέχτους.»!

Άρα, και όπως παρατήρησε ο Γλωσσολάγνος στο ομιλητήριο, επιτονισμός είναι ακόμη και αυτή η ιδιαίτερη φωνητική έκφραση τών Κερκυραίων.

Εσύ, συρρίκνωσες πολύ την σημασία τού συγκεκριμένου γλωσσολογικού όρου.

Αυτό που αποδίδει ο επιτονισμός δεν μπορεί να αποδωθεί με κανένα σημείο στίξης και γι' αυτό υπάρχει ως όρος.
Επίσης κάπως παράξενη η ιδέα σου πως δεν γίνεται να υπάρξει στίξη για το συγκεκριμένο γλωσσικό φαινόμενο. Βλέπω εδώ τώρα στο βιβλίο που σας ανάφερα πως ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει μέσα στο κείμενο μικρά βελάκια προς τα πάνω, προς τα κάτω και προς τα δεξιά (↑ ↓ →) ως στίξη για να σημειώσει την "κίνηση" τής φωνής σύμφωνα με τις τρεις κατηγορίες που προηγουμένως έχει ξεχωρίσει. Επίσης σε άλλα σημεία υπογραμμίζει την συλλαβή που φέρει τον "τόνο τού επιτονισμού" και αλλού χωρίζει τις συλλαβές με άνω-κάτω τελεία για να δείξει πως αυτές μπορεί να "προφερθούν με χώρισμα μεταξύ-τους". Ένα από τα δικά του παραδείγματα:
έτσι είναι α:κρι:βώς!↓
Εάν αυτό δεν είναι στίξη επιτονισμού, τότε τί είναι;

Φυσικά η στίξη είναι πάντοτε θέμα συμφωνίας και μπορεί να υπάρχει σε μεγάλη έκταση, αναλόγως τί θα θελήσουμε να σημειώνουμε ή και καθόλου όπως π.χ. στις αρχαιοελληνικές επιγραφές. :)
 
Όταν έκανα κάποτε αγγλικά, σε ειδικό κομμάτι του κεφαλαίου, υπήρχαν πάνω από κάποιες προτάσεις βέλη ευθέα και καμπυλόγραμμα τα οποία κατεύθυναν τον τόνο της φωνής. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για κάποιον που μαθαίνει μια ξένη γλώσσα. Παρατηρώ ότι στα σημερινά βιβλία συχνά χρησιμοποιούνται πλάγια γράμματα για να τονίσει ο συγγραφέας κάτι. Είναι μια εναλλακτική λύση, που μπορεί να μην υπακούει σε κάποιους κανόνες, αλλά εξυπηρετεί.
 
Top