Συνανάγνωση: "Εργοστάσιο Εφιαλτών" του Thomas Ligotti

Η ιδέα του πανδαιμονισμού στο Νεδεσκέριαλ ήταν έξοχη.

Η ιδέα στους Μυστικιστές πως δε μπορεί να υπάρξει πίστη εκεί που δεν υπάρχει αμφιβολία ασχέτως αν συμφωνώ ή διαφωνώ με γοήτευσε απίστευτα.

Τα Κουκούλια τα λάτρεψα και μάλιστα το διάβαζα τόσο σιγά που έφαγα μια ολόκληρη σακούλα φουντούνια παράλληλα.

Η Βιβλιοθήκη δεν ξέρω πότε γράφτηκε πάντως μου θύμισε πολύ Θαφόν, λιγότερο τη βιβλιοθήκη του Μόστρα και κάτι στην αίσθηση του διηγήματος μου έφερε κατά νου τον Λέβιν.
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Πάμε και στο τελευταίο κομμάτι της συνανάγνωσης (αν και παρατηρώ σαφώς μειωμένο ενδιαφέρον).

Βρήκα τον Ίσκιο στον Πυθμένα του Κόσμου ένα απ’ τα πιο παράξενα και δησερμήνευτα διηγήματα του βιβλίου. Μάλιστα διάβασα σε μια συνέντευξή του ότι για αρκετό καιρό τη θεωρούσε την καλύτερη ιστορία του! Τι να ‘ναι, άραγε, αυτό που δηλητηριάζει τη μικρή κοινότητα της ιστορίας τις μέρες μετά τον θερισμό και τη συγκομιδή της γης; Τα δέντρα και τα φυτά υιοθετούν παράξενες συνήθειες, δεν υπακούν στον φυσικό κύκλο της ζωής τους, ένα σκιάχτρο φτιαγμένο από σκοτάδι ριζώνει σ’ ένα χωράφι, οι άνθρωποι βασανίζονται από κοινούς εφιάλτες. Ένας ξένος κόσμος έχει εισβάλει ανάμεσά τους και, όπως συνέβη και στο Μίλενμπεργκ, αποδομεί τους φυσικούς νόμους, αντικαθιστώντας τον πυρήνα της πραγματικότητας με κατάμαυρους, σχεδόν άυλους ίσκιους. Παράλληλα, στην επιφάνεια, σαν σε αντίθεση με τους κρυμμένους ίσκιους, τα πάντα λαμποκοπούν αφύσικα και (κόλλησα σ’ αυτή τη λέξη) υστερικά. Η απόκοσμη γκροτέσκα βλάστηση και άνθηση που κυρίευσε τα όνειρα των ανθρώπων, μου έφερε στο νου τον λουλουδιασμένο κόσμο του Fleurs, όπως και τα Άνθη της Αβύσσου. Δεν είναι απ’ τις αγαπημένες μου ιστορίες του βιβλίου, όμως σίγουρα με εντυπωσίασε.

Στις πρώτες σελίδες της Μέδουσας είναι λιγότερο έντονο το σουρεαλιστικό/ονειρικό στοιχείο, καθώς ο συγγραφέας χτίζει σε αρκετά ρεαλιστική βάση (έχουμε μια ικανοποιητική σκιαγράφηση του κεντρικού χαρακτήρα, ονόματα ανθρώπων, δρόμων, καταστημάτων, αληθοφανείς διάλογους κ.ο.κ.) μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, με θέμα την εμμονή. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο φάκελος με τα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, τυχαία στοιχεία που "δωρίστηκαν" από την τύχη στον ήρωα. Θα αρκούσε για να θεωρήσουμε το πάθος του παρανοϊκό και τον ίδιο διανοητικά ασθενή, αν δεν βρισκόμασταν σε ιστορία του Λιγκότι, κι αν η μονομανία του με το μυθικό πλάσμα (και η ίδια η Μέδουσα) δεν ήταν τόσο γοητευτική. Τα γνωρίσματα του ύφους του συγγραφέα, στα οποία έχουμε έως τώρα μυηθεί, εισάγονται σταδιακά όσο προχωρά η ιστορία, και πληθαίνουν προς το τέλος. Καθηλωτική ιστορία! Να συμπληρώσω ότι με συγκλόνισε αυτή η τόσο πεσιμιστική και ζοφερή οπτική της ζωής που εκφράζει ο ήρωας (και, φαντάζομαι, ο συγγραφέας) μέσα απ’ αυτά τα λόγια: "Η ευζωία κάποιου δεν εξυπηρετεί παρά ένα σκοπό μονάχα, να ανασκάπτει στην ψυχή του ένα χάσμα που περιμένει να πληρωθεί με μια κατολίσθηση τρόμου, να δημιουργεί μια κενή μήτρα που οι παράδοξες διαστάσεις της θα παράγουν μια μέρα το σχήμα ενός ανεπανάληπτου τρόμου". Σοκαριστικό! Κάτι που δεν κατάλαβα: Ποιο ήταν το θύμα της Μέδουσας που δυσκολεύτηκε στο τέλος να αναγνωρίσει ο ήρωας; Λέει: "Με δυσκολία αναγνώρισε ο Ντρέγκλερ αυτό το πρόσωπο, αυτή τη γυμνή και παραλυμένη μορφή που την είχε ολότελα ξεχάσει και δεν τη σκεφτόταν παρά μονάχα σαν μακάβριο σχήμα λόγου που κάποτε το χρησιμοποιούσε για να περιγράψει την παράδοξη κατάσταση της ψυχής του". (Έλλη; ) Έχει καταλάβει κάποιος;

Το αριστουργηματικό Τσαλάλ είναι, νομίζω, η ιστορία ενός "Αντίχριστου", όπως τον φαντάστηκε ο Λιγκότι, ενός νεαρού μα αιωνόβιου πλάσματος που έλκεται απ’ την ακατανίκητη γοητεία του χάους και της μεταμόρφωσης. Ο Άντριου, γεννημένος με αφύσικο τρόπο, όπως και ο Ιησούς, έχει το προσωπικό του ευαγγέλιο (γραμμένο απ’ τον πατέρα του), και ως νεαρός ταξιδεύει σε μυστηριακούς τόπους και διευρύνει το πνεύμα του, για να επιστρέψει τελικά στην πατρίδα του, να αναλάβει έργο και να αυτοθυσιαστεί, σε ένα τρομερό τελετουργικό μετάληψης. Πέρα απ’ την ίδια την ιστορία του Άντριου, λάτρεψα το θλιβερό, θαμπό σκηνικό της σκελετούπολης που στέκει στις παρυφές της πραγματικότητας, με τα σαν χάρτινα σπίτια της και τους σαν φαντάσματα ανθρώπους της. Όσο για την οντότητα Τσαλάλ (το όνομά του ένας φόρος τιμής στον Πόε), λογικά δεν είναι άλλος απ’ τον θεό που αλλού ο Λιγκότι ονόμασε Νεδεσκέριαλ. Νησί το Τσαλάλ, νησί και το Νεδεσκέριαλ. Όπως και του Νεδεσκέριαλ, έτσι και η ουσία του Τσαλάλ μπορεί να κρύβεται σε παλιές ιστορίες γοτθικού τρόμου. Αμφότεροι εκπροσωπούν το χάος και την αλλαγή και αποτελούν πυρήνα όλης της ύπαρξης. Η παρουσία τους σε έναν τόπο τον μεταμορφώνει, με μικρές, σταδιακές αλλαγές ("συγκρατημένες απαρχές του χάους που θα καταβροχθίσει τελικά ακόμα και τ’ αστέρια".). Πρέπει να πω ότι ο "Αντίχριστος" της ιστορίας μου φάνηκε ιδιαίτερα συμπαθητικός.

Στη Φωνή στα Οστά ο Λιγκότι αιχμαλωτίζει τον ήρωα/αναγνώστη μέσα σε έναν σουρεαλιστικό, ασαφή εφιάλτη. Ο κίνδυνος είναι απροσδιόριστος, οι διώκτες άχρωμες φιγούρες χωρίς υλική ουσία. Το περιβάλλον είναι ασταθές και δυσνόητο, διαρκώς μεταλλασσόμενο, ενώ οι σύμμαχοι δεν είναι παρά ίσκιοι στους τοίχους και ασώματοι αντίλαλοι. Όμως, μέσα σε αυτόν τον ακαθόριστο ονειρόκοσμο, είναι πολύ πραγματικό και ασφυκτικό το αίσθημα της αγωνίας. Παράξενη ιστορία, αλλά πολύ όμορφη.

Στο Τεάτρο Γκροτέσκο ο Λιγκότι είναι στα κέφια του, και μας χαρίζει μια συναρπαστική ιστορία μυστηρίου, γραμμένη με απίστευτο ρυθμό και χιούμορ. Το θέμα της ιστορίας είναι από μόνο του καθηλωτικό, αλλά ακόμα ποιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος που την αφηγείται, κομμάτι-κομμάτι, αφήνοντας τους θρύλους και τις από στόμα σε στόμα ιστορίες να ζωγραφίσουν τη δική τους (ακριβή ή όχι) εικόνα για τον μυστηριώδη θίασο. Στα συν ένα διακριτικό μα καυστικό χιούμορ (π.χ. "Συστήθηκε λέγοντάς της και τι επαγγελόταν, θεωρώντας το σημαντικό να δηλώσει το συντομότερο δυνατόν πως ήταν καλλιτέχνης ή τουλάχιστον να αφήσει να εννοηθεί όσο σαφέστερα μπορούσε πως ήταν φωτογράφος με τις υψηλές καλλιτεχνικές βλέψεις που αναμφισβήτητα ήταν" ή "Η στρατηγική του Σπενς ήταν να μην κουνήσει ρούπι από το γραφείο του σπιτονοικοκύρη του και να βαλθεί να τον κοιτάζει με το επιτιμητικό βλέμμα του φωτογράφου ωσότου εκείνος να ενδώσει"). Από τη μέση και μετά η αφήγηση αποκτά έντονο στοχαστικό χαρακτήρα σχετικά με την τέχνη και την έκφρασή της, ενώ οι τελευταίες σελίδες είναι απολαυστικά αινιγματικές και εφιαλτικές (Νεδεσκέριαλ!)

Πάμε στο Σεβερίνι, που με μπέρδεψε περισσότερο απ’ όλες τις ιστορίες. Ίσως κάνω λάθος, όμως έχω την αίσθηση ότι συνομιλεί με το Τεάτρο Γκροτέσκο και ίσως είναι και συνέχειά του. Και στα δύο έχουμε ένα είδος μυστήριας παράστασης που τραβά καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές φύσεις, αν κι εδώ το αντικείμενο του ενδιαφέροντος γεννά την τέχνη, δεν την εξουδετερώνει. Αναρωτιέμαι, με βάση τα στοιχεία που δίνει ο συγγραφέας για την ασθένεια του Σεβερίνι, αν πρόκειται για τον ίδιο ανώνυμο καλλιτέχνη που ακολούθησε το Τεάτρο στην προηγούμενη ιστορία. Εδώ ο αφηγητής ταυτίζεται με τον Σεβερίνι με κάποιον τρόπο στις τελευταίες σελίδες. Αποτελούν το ίδιο πρόσωπο; Δύο διαφορετικά πρόσωπα στο ίδιο σώμα; Είναι ο αφηγητής μας το άλλο/ανταγωνιστικό πρόσωπο του Σεβερίνι; Αυτό που "ξέρει τη νόσο"; Όποιος κι αν είναι, πάντως, έχει κοινά με τον αφηγητή του Τεάτρο, όπως τα παραληρήματα των ασθενειών. Άλλωστε ο ήρωας του Τεάτρο δεν ήταν που φιλοδοξούσε να "δημιουργήσει υπερτέχνη"; Πιθανότατα έχω πέσει τελείως έξω με αυτές τις εικασίες. Σε κάθε περίπτωση, το Σεβερίνι ήταν το διήγημα που με δυσκόλεψε περισσότερο στην κατανόηση και ερμηνεία. Μάλλον χάθηκα κι εγώ μέσα σ’ αυτόν τον παραληρηματικό λόγο των τελευταίων σελίδων, κάπου μεταξύ του τροπικού υπονόμου και του μονοπατιού στο έλος.

Η συλλογή κλείνει μ’ ένα σωστό διαμάντι, τον Κόκκινο Πύργο. Πρόκειται για ένα υπέροχο, σκοτεινό παραμύθι (μου έφερε στο μυαλό κάποιες λιγότερο σκοτεινές σελίδες του Μίχαελ Έντε απ’ τον Καθρέφτη μες στον Καθρέφτη ή τη Φυλακή της Ελευθερίας). Η εικόνα του εργοστασίου που κατασκευάζει τρόμο είναι συγκλονιστικά απτή μέσα στην ασάφειά της. Σαν να μας ξεναγεί κάποιος στους βαθύτερους εφιάλτες του, εκεί που όλα είναι αληθινά και συγκεκριμένα. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, τι προκαλεί μεγαλύτερο δέος – ο πύργος και όλη η φανταστική/φρικτή παραγωγή του, ή το ατέλειωτο γκρίζο τοπίο που απειλεί να τον καταπιεί; Πολύ θα ήθελα να κλείσει ο Λιγκότι την αφήγηση δίνοντάς μας κάποιο στοιχείο για τα προϊόντα του τρίτου, βαθύτερου επιπέδου του πύργου. Όμως, ο άτιμος, το ζητά από μας. Τελειότητα!

Τα διηγήματα κατά σειρά προτίμησής μου:

1) Σημειώσεις για τη συγγραφή τρόμου
2) Η μεγαλύτερη γιορτή των μασκών
3) Ο κόκκινος πύργος
4) Τσαλάλ
5) Τα κουκούλια
6) Η σέκτα του άνοου
7) Νεδεσκέριαλ
8) Τεάτρο Γκροτέσκο
9) Βαστάριεν
10) Οι μυστικιστές του Μίλενμπεργκ
11) Το όνειρο μιας κούκλας
12) Το άσυλο του δόκτορος Λόκριαν
13) Η βιβλιοθήκη του Βυζαντίου
14) Η μέδουσα
15) Η φωνή στα οστά
16) Ο ίσκιος στον πυθμένα του κόσμου
17) Το "παιχνίδι"
18) Σεβερίνι
19) Les Fleurs
20) Άνθη της Αβύσσου
21) Η μικρή διάλεξη του καθηγητή Κανένα
 
Ίζι, είσαι πολύ επιμελής! Αν και, απ' ό,τι έχεις πει, ήταν και το καλύτερο βιβλίο που διάβασες φέτος, οπότε σου ήταν μάλλον εύκολο! :)
Δεν θα διαβάσω την ανάρτησή σου, γιατί έχω σκοπό να το συνεχίσω και να το τελειώσω και εάν το αρχίσω ξανά δεν θα μου πάρει πολύ, με γοητεύει!
Την προηγούμενη όμως εβδομάδα, μετά από τη συζήτηση που είχαμε περί μηδενισμού και του τρόπου που βλέπει ο Λιγκότι τη ζωή, και αφότου αποφάσισα να μη με χαλάσει και να μην το πάρω υπόψη, διάβασα το πρώτο διήγημα της τότε ύλης που ήταν "η μικρή διάλεξη του καθηγητή Κανένα περί υπερφυσικού τρόμου" και αισθάνθηκα κάπως! Μα τέτοια σύμπτωση! Το άφησα εκεί... θα το ξαναπιάσω και θα επανέλθω!
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Ίζι, είσαι πολύ επιμελής! Αν και, απ' ό,τι έχεις πει, ήταν και το καλύτερο βιβλίο που διάβασες φέτος, οπότε σου ήταν μάλλον εύκολο! :)\
Υποψιάζομαι, Φθινόπωρο, ότι είναι η καλύτερη συλλογή διηγημάτων τρόμου που έχω διαβάσει ποτέ! Πρέπει να αφήσω λίγο διάστημα να περάσει, ώστε να δω τι απόηχο θα αφήσει μέσα μου, ώστε να επιβεβαιώσω αυτή την υποψία. Σου προτείνω να αποστασιοποιηθείς όσο μπορείς, ώστε να απολαύσεις το υπέροχο γράψιμό του! Αν, όμως, δεις ότι σε χαλάει, παράτα το.

(Τι επιμελής, έπρεπε να με δεις στη συνανάγνωση του Φρανκενστάιν. Γκρίνια ατέλειωτη, και ούτε το ένα τρίτο του βιβλίου δεν έβγαλα :χαχαχα: )
 
Με γοητεύει και με χαλάει παράλληλα!
(Σαν νέος έρωτας ένα πράγμα, με τον οποίο όμως είμαστε τελείως ασύμβατοι! :ρ)
Θα με παιδέψει λίγο ψυχολογικά, θα αφήσω όμως τη λογική μου στην άκρη, θα απολαύσω την αφοπλιστική γοητεία του για όσο κρατήσει και μετά θα πω goodbye! :))))
 

Έλλη Μ

Κοινωνός
Τις τελευταίες ιστορίες (που, όπως διαβασα παραπάνω ανήκουν σε 2 συλλογές) τις διαπερνούν πάλι κοινά χαρακτηριστικά, τόσο ώς προς τη θεματική όσο και ως προς την πρόσληψή μου προς αυτες. Τι θέλω να πω: Δε φαινεται ο αντικειμενικός στόχος του συγγραφέα να ειναι να προκαλέσει τρόμο και σοκ στον αναγνωστη αλλά αυτό που εμένα μου προκάλεσε ήταν ενα δυσάρεστο συναισθημα, τόσο που ήθελα να τελειώσει. Θα μου πειτε, και με το δικιο σας, γιατι δεν το παραταγα. Ε, δεν ξερω.

Θα προσπαθησω να γράψω με μια καποια σειρά και συνοχή, παρόλο που νομίζω οτι δεν θα τα καταφέρω. Η προτελευταία ιστορία (Σεβερινι) με όλη αυτή την επαναληψη τροπικού τοπίου και του δημόσιου του υπόνομου που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στις κρίσεις του πρωταγωνιστή απο τη μία και του ελώδους αγριότοπου όπου μένει ο Σεβερίνι απο την άλλη, πραγματικά πέτυχαν το σκοπό τους. Αυτό το ξανά και ξανα, σχεδόν ανα σελίδα να αναπαράγονται οι ίδιες εικονες μάλλον λειτούργησαν τόσο υποσυνείδητα ώστε να κλιμακώσει εντός μου ένα αίσθημα ανακατέματος στο στομάχι; κενού; όπου με αποτελειωσε η "αμοιβαδική δυσεντερία" και να διαβάζω ξανα και ξανα για τη νόσο, δηλαδή αυτό το διαρκές disease, μόνο at ease δε μ' εκανε να νιώθω κι έλεγα άντε πότε θα τελειώσει αυτός ο εφιάλτης του οργανισμού ενώ στο σημείο που απο πρωτοπρόσωπη γραφή το γυρνάει σε δευτερο πρόσωπο, διάλεξα να πιστεψω οτι αυτοι οι δυο ταυτίζονται κατι για το οποίο πειστηκα τελείως, όταν κάπου διαβάζω: "Κι ο νους μου - μιά άλλη νόσος, η νόσος μιας νόσου. Ο νους μου βλέπει παντου την αρρώστια άλλων μυαλών, άλλων κορμιων, αυτούς τους άλλους οργανισμους που δεν είναι παρά μονάχα άλλες αρρώστιες, ένας απόλυτος εφιαλτης του οργανισμού" κι εκει αρχισα να αναρωτιέμαι τελικά ποιος ειναι υγιης, αυτός που νοσεί ή αυτός που δε νοσεί και μετά ήπια ένα ποτήρι νερό.

Ιζι, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα για τη Μέδουσα είναι αντίστοιχο με το παραπάνω: Ο Ντρεγλερ κι ο Γκλιρ ειναι το ίδιο πρόσωπο: "Ισως τότε η κρυψινοια, στην περίπτωση του Γκλιρ λανθάνουσα και στου Ντρέγκλερ απόλυτη, να ήταν η βάση της σχέσης των δυο αντρων" και το hoax που "παιζει" ο Γκ. στον Ντρ. ειναι μια πρόφαση. Ασε που μου φάνηκε εξωφρενικά άσχετο όλο αυτό με τα ταξιδια του ζευγους και το σχεδιο των δυο γυναικών (στο σημείο εκείνο, εμεινα με χάσκον στόμα πεπεισμένη οτι πήδηξα αράδες). Και στον καθρεφτη, τελικά, νομίζω οτι αντικρίζει το άμεσο μέλλον, το επικείμενο τέλος του. Τον εαυτό του.

Θα συμφωνησω μαζί σου για το Τσαλάλ που μαζί με τον Κόκκινο Πύργο και το Τέατρο Γκροτέσκο ειναι οι καλυτερες ιστορίες αυτής της ενότητας. Ο Κόκκινος Πύργος είναι για μένα ένα άλλο ξενοδοχείο Θεα, ζωντανό, αυθυπαρκτο, που υπακούει στους δικους του κανόνες και επιβάλλει τη θέληση του. Οι περιγραφές ως προς τον ιδιο τον Πυργο, με τα συμμετρικά υπέργει και υπόγεια πατώματα μου έδωσαν την εντυπωση οτι μιλάνε για εναν ζωντανό μυωδη ιστό. Και πράγματι φαινεται να διαπερνουν κοινά νήματα τις δυο ιστορίες, Σεβερινι και Τεατρο, ως προς το θεμα αλλά και ως προς τους χαρακτήρες.

Οι άλλες δυο ιστορίες που δε σχολιάζω νομιζω κινουνται παράλληλα με το γενικότερο και γνώριμο πνεύμα του βιβλίου, χωρίς να προσθετουν κάτι ιδιαίτερα καινούριο.

Στο δια ταύτα: Καταλαβαίνω παρα πολύ καλά αυτό που έγραψες Νικόλα: οτι σε επνιγαν οι προτασεις και οι παράγραφοι και οτι σου έμοιαζαν απροσπέλαστες οι λέξεις. Το έθεσες πολύ ευστοχα. Για μενα - κι εξου το σχόλιο οτι δε θα αποκτήσω ποτέ γκομενική σχέση γενικότερα με τα αναγνωσματα τρόμου- εγκειται, τελικά, στο οτι δεν μπορώ να συναισθανθώ. Εχω εναν έμφυτο υψωμενο τοίχο και είτε δεν μπορώ να πάω πάνω απο αυτόν -αν και το πάλεψα πολύ- είτε δε φτάνουν αυτα σε μενα. Ιδίως με το διαφαινόμενο μεταφυσικό στοιχειο. Αυτό που λέει ο Μαλαμας, μια βόλτα στα βαθειά μαζί σου, ε, δεν. Δε βουτηξα. Δηλαδή, βούτηξα, έμεινα όμως να επιπλέω, σα φελλός. Παρολ' αυτα, ειναι απο τα πιο καλογραμμενα βιβλία που εχω διαβασει, για τον αμύητο σαν εμένα ίσως δεν έπρεπε να πάει cover to cover αφενός. Αφετέρου, η αναγνωση στο kindle δυσκόλεψε την κατάσταση μιας και το pdf ειναι σα να διαβαζεις φωτογραφία.

Ιζι, τα σχόλιά σου με βοήθησαν κάμποσο και περιμενω επισης τα αντιστοιχα απο τη Χηφκλιφ και τον Ινσμούθιο, μπας και με ξεστραβωσουν. Σε άλλα νέα, κρύο. :ρ
 
Last edited:

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Ο Κόκκινος Πύργος είναι για μένα ένα άλλο ξενοδοχείο Θεα, ζωντανό, αυθυπαρκτο, που υπακούει στους δικους του κανόνες και επιβάλλει τη θέληση του. Οι περιγραφές ως προς τον ιδιο τον Πυργο, με τα συμμετρικά υπέργει και υπόγεια πατώματα μου έδωσαν την εντυπωση οτι μιλάνε για εναν ζωντανό μυωδη ιστό.
Πόσο εύστοχα το περιέγραψες :πάνω:

Όσο για την ερμηνεία σου της Μέδουσας δεν το είχα σκεφτεί καθόλου έτσι. Αν και με γοητεύει, δεν με καλύπτει, γιατί τα είχα εντελώς διαφορετικά στημένα στο μυαλό μου. Θα το ξαναδιαβάσω με την ερμηνεία σου κατά νου :)
 
Δεν το έχω παρατήσει απλά οι εκκρεμότητες που έπρεπε να τελειώσω το τελεταίο διάστημα, με εμπόδισαν από το να το τελειώσω.

Όταν επιστρέψω Αθήνα, θα το ξαναπιάσω ( δεν το πήρα μαζί μου λόγω όγκου).
 
Top