Ρωμαίοι ελεγειακοί ποιητές: Τίβουλλος και Προπέρτιος

Κλασικιστής

Όμορφο Νιάτο
Καλησπέρα, αγαπητοί φίλοι.

Πριν από λίγο καιρό ανακάλυψα αυτό το έξοχο νήμα, ενθουσιάστηκα δε ιδιαίτερα όταν διαπίστωσα ότι εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για τη μετάφραση Ρωμαίων ποιητών. Έτσι, η Μήτις μάς χάρισε θαυμάσιες μεταφράσεις ωδών του Οράτιου, και την ευχαριστώ προσωπικά γι' αυτό.

Παίρνοντας αφορμή, λοιπόν, από αυτές τις μεταφράσεις, σκέφτηκα, ενθυμούμενος τα φοιτητικά μου χρόνια, να προσθέσω ένα παρόμοιο νήμα μεταφράζοντας τους αγαπημένους μου ελεγειακούς ποιητές, Τίβουλλο και Προπέρτιο.

Βέβαια, οι μεταφράσεις μου είναι μόνο ένα ελάχιστο δείγμα, γιατί οι ελεγείες είναι μεγάλες σε έκταση. Επέλεξα, λοιπόν, να μεταφράσω τμήματα λίγων ελεγειών.

Ξεκινώ με τον Τίβουλλο και λίγα μέρη από την πρώτη ελεγεία του (από το πρώτο βιβλίο), στην οποία ο ποιητής περιφρονεί τα πλούτη και τη δόξα, ενώ υμνεί την ξένοιαστη αγροτική ζωή και τον έρωτά του με τη Δηλία, μιαν απελεύθερη, που το πραγματικό της όνομα ήταν Πλανία.

Α. Στ. 1 -10

Divitias alius fulvo sibi congerat auro
et teneat culti iugera multa soli,
quem labor adsiduus vicino terreat hoste,
Martia cui somnos classica pulsa fugent:
me mea paupertas vita traducat inerti,
dum meus adsiduo luceat igne focus.
ipse seram teneras maturo tempore vites
rusticus et facili grandia poma manu:
nec Spes destituat, sed frugum semper acervos
praebeat et pleno pinguia musta lacu.


Πλούτη άλλος ας πασχίζει να μαζεύει με χρυσάφι πυρόξανθο
κι ας κατέχει πολλά στρέμματα δουλεμένης γης·
έγνοιες ατέλειωτες ας τον ταράζουν με τον εχθρό δίπλα του
και οι σάλπιγγες του πολέμου στριγγλίζοντας ας του διώχνουν τον ύπνο.
Εγώ με τα λιγοστά μου αγαθά ας περνάω μιαν ανέμελη ζωή,
φτάνει η εστία μου να καίει με φλόγα ασίγαστη.
Ας φυτεύω ο ίδιος κλήματα τρυφερά, σαν έρθει η ώρα,
όμοιος αγρότης, και δέντρα μεγάλα με χέρι επιδέξιο.
Κι ας μη με εγκαταλείψει η Ελπίδα, μα πάντοτε πλήθος καρπούς
ας μου δίνει και μούστο πηχτό σε γεμάτα πατητήρια.

Β. Στ. 45 - 50

Quam iuvat immites ventos audire cubantem
et dominam tenero continuisse sinu
aud, gelidas hibernus aquas cum fuderit Auster,
securum somnos imbre iuvante sequi!
hoc mihi contingat: sit dives iure furorem
qui maris et tristes ferre potest pluvias.


Πόσο μ' ευφραίνει ν' ακούω, πλαγιασμένος, τους ανέμους τους ανελέητους
ενώ το κορίτσι μου σφιχτά στην τρυφερή αγκαλιά μου θα κρατώ!
Ή όταν ο χειμωνιάτικος νοτιάς θα ρίχνει την παγωμένη του βροχή,
εγώ, ξένοιαστος, ν' αποκοιμιέμαι με της βροχής το νανούρισμα!
Αυτή τη χαρά ας έχω· και πλούσιος με το δίκιο του ας είναι, τη μανία
του πελάγους και τις μπόρες όποιος μπορεί ν' αντέξει τις άγριες.

Γ. Στ. 55 - 60

Me retinent vinctum formosae vincla puellae,
et sedeo duras ianitor ante fores.
non ego laudari curo, mea Delia: tecum
dum modo sim, quaeso segnis inersque vocer.
te spectem, suprema mihi cum venerit hora,
te teneam moriens deficiente manu.


Εμένα αιχμάλωτο με κρατούν μιας κοπέλας όμορφης τα δεσμά
και σαν φύλακας στέκω μπρος στην άκαρδή της πόρτα.
Η δόξα εμένα δεν με νοιάζει, Δηλία μου· μαζί σου
φτάνει μόνο να 'μαι, κι ας με λένε ακαμάτη κι αργόσχολο.
Εσένα ας κοιτώ, σαν φτάσει η ύστατή μου ώρα,
εσένα ας κρατώ, καθώς θα πεθαίνω, με το χέρι μου το αδύνατο.
 

Φαροφύλακας

Απαρέμφατος Δροσουλίτης του πιο Μόρμυρου Φθόγγου
Προσωπικό λέσχης
Γυναίκες και κρασί. Το αιώνιο θέμα των ποιητών! Αν είχε ομοιοκαταληξία και μέτρο θα μπορούσε να είναι κι Αθανάσιος Χριστόπουλος.
:)))

Ευχαριστούμε, Κλασικιστή.
 
Top