Παίζουμε με παροιμίες ;;;!!!

Νίκη

Όμορφο Νιάτο
ένας διασκεδαστικός τρόπος για δημιουργία ευφάνταστων ιστοριών !!! Διαλέξτε μια παροιμία όποια θέλετε, όποια θυμάστε και προσπαθήστε να πλέξετε την ιστορία σας που θα κλείνει με την παροιμία αυτή. Στην ουσία φανταστείτε πως μπορεί να βγήκε αυτή η ρήση , τα γεγονότα και τα σκηνικά που οδήγησαν κάποιον στο συγκεκριμένο συμπέρασμα.!!!Ελάτε να παίξουμε λοιπόν

κάνω την αρχή με την παροιμία : Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες

Έχει μόλις σουρουπώσει και στο Περαχώρι της ορεινής Αρκαδίας οι άντρες συναγμένοι στον καφενέ του Μήτσου, πίνουν κρασί και λένε ιστορίες από τα κυνήγια τους. Αυτή την οχλαγωγία διακόπτει ο Θωμάς λαχανιασμένος , καλώντας τους συγχωριανούς του να τον βοηθήσουν να πιάσει τον κλέφτη. Εδώ και τρία συνεχόμενα βράδια, κάποιος μπαίνει αθόρυβα στο σπίτι του και ξαφρίζει το βιος του.
Οι χωρικοί ξεχύνονται στους δρόμους ψάχνοντας για τον λήσταρχο. Ξαφνικά ακούγονται οι φωνές της Λενιώς από τον αχυρώνα του αρχοντικού της. Έντρομοι όλοι τρέχουν εκεί και ....
Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν φρικτό . Ένας άγνωστος άντρας αιμόφυρτος σχεδόν αναίσθητος , βρίσκεται ανάμεσα στα πίτουρα και οι κότες από πάνω του , να τον τσιμπάνε με περισσή μανία. Ο κόκορας πεταρίζει γρήγορα και αφού προσγειωθεί στο βρόμικο και αξύριστο πρόσωπο του άντρα, με ένα γενναίο τσίμπημα του βγάζει το μάτι.
Ο ληστής στην προσπάθεια του να ξεφύγει βούτηξε στα πίτουρα να κρυφτεί , όμως τα ατίθασα πουλερικά δεν τον συγχώρεσαν. Έτσι είναι τελικά, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες.
 
Last edited by a moderator:

Σόφκι

Κοινωνός
Παροιμια:φυλαγε τα ρουχα σου να εχεις τα μισα..

Τα παλια τα χρονια που δεν υπηρχαν στεγνωτηρια,ή και στα καινουρια που στεγνωτηρια υπαρχουν αλλα ποιος εχει λεφτα για το ρευμα,οι γυναικες ηταν αναγκασμενες να κρεμουν τα ρουχα στην απλωστρα για να στεγνωσουν.Σε ενα χωριο πανω εκει στα ψηλα βουνα,ειχαν πιασει δυνατοι αεριδες.Μερες και νυχτες ο αερας λυσομανουσε.Τα παραθυρα ετριζαν και τα ζωντανα κουρνιαζαν στα παχνια τους.Τα ρουχα ομως επρεπε ν πλυθουν και τα σπιτια ακαταλληλα και μικρα για να απλωθουν μεσα στο σπιτι.ΕΤσι οι γυναικες αποφασισαν να τα απλωσουν εξω παρακαλοντας να τα βρουνε στην θεση τους.Η προνοητικη κυρα Μαρω ομως σκεφτηκε να δεσει πανω στα ρουχα μικρα βαριδια για να τα παρει πιο δυσκολα ο αερας.Ετσι κι εγινε.Τα ρουχα χορευαν πανω στα συρματα τον τρελο χορο τους και οι γυναικες προσευχονταν σιωπηλα να τα βρουνε ολα ξανα εκει.Μετα απο μερικες ωρες που βγηκαν να τα μαζεψουν ολα τα ρουχα ειχαν χαθει.Μερικα ακομα αχνφαινονταν στον ουρανο καθως ταξιδευαν προς αλλες πολιτειες με οδηγο τους τον τρελο βορια.Τα ρουχα της Κυρα Μαρως ομως Ηταν εκει.Οχι ολα μα τα μισα.Ειχαν χαθει μονο αυτα που ηταν εξω εξω.Ετσι...φυλαγε τα ρουχα σου να εχεις τα μισα...
 

Αλίκη

Κοινωνός
Ήταν κάποτε μια Βροντή κι ένας Κεραυνός που αποφάσισαν να το σκάσουν από τον ουρανό και να πάνε να ζήσουν στη γη. Μα καθώς περνούσε ο καιρός άρχισαν να βαριούνται. Δεν είχαν τι να κάνουν στη γη, τους έλειπαν τα σύννεφα, η βροχή και τα αστέρια, τους έλειπαν τα τρελά πάρτι που οργάνωνε κατά καιρούς η Καταιγίδα, τότε που το ρίχναν στο χωρό και το τραγούδι. Έτσι είπαν να κάνουν μόνοι τους πάρτι, εκεί που κάθονταν στις ερημιές. Όμως μετά από λίγο πάλι βαρέθηκαν. Δεν είχε γούστο να κάνουν πάρτι μόνοι τους.

"Έχω μια ιδέα", αναφώνησε μια πολύ βαρετή μέρα ο κεραυνός. "Θα πάμε να βρούμε τους ανθρώπους και θα τους κάνουμε πλάκα! Θα πηγαίνουμε στις πόρτες τους μέσα στη μέση της νύχτας και θα τους τρομάζουμε!"
Η βροντή τινάχτηκε εκσταστιασμένη. "Καταπληκτική ιδέα!", φώναξε και άρχισε να χοροπηδάει από τη χαρά της. "Θα τους τρομάξουμε όλους! Όλους θα τους τρομάξουμε!", δήλωσε με σιγουριά και γέλασε μοχθηρά.

Το ίδιο κιόλας βράδυ πήραν το δρόμο για το πιο κοντινό χωριό. Αποφάσισαν να μοιραστούν τα σπίτια εξίσου για να είναι δίκαιοι. Ο Κεραυνός ξεκίνησε και άρχισε να χτυπάει αβέρτα τα σπίτια. Χτυπούσε τις κεραίες τους, τα ψηλότερα δέντρα στους κήπους, τις καμινάδες και όλοι οι χωριανοί έβγαιναν έξω με τις πυτζάμες τους κατατρομαγμένοι και κοίταζαν τον ασυννέφιαστο ουρανό παραξενεμένοι. Η Βροντή με τη σειρά της πήγαινε και τράνταζε τα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών και όλοι έβγαιναν έξω χλωμοί από το φόβο και κοίταζαν να δουν από πού είχε έρθει αυτό το παράδοξο φυσικό φαινόμενο.

Η ώρα περνούσε και ο Κεραυνός και η Βροντή καταδιασκέδαζαν με την ψυχή τους. Ώσπου ξαφνικά, η Βροντή πήγε κι έπεσε σε ένα σπίτι και δεν έγινε τίποτα. Σταμάτησε παραξενεμένη και περίμενε για λίγο. Όμως κανείς δεν έβγαινε έξω τρομαγμένος, κανείς δεν είχε ταραχτεί. Ξαναπροσπάθησε, αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτα. Βροντούσε την καφετιά ξύλινη πόρτα ξανά και ξανά, με όλο και περισσότερη δύναμη μα δε γινόταν απολύτως τίποτα. Μετά από μισή ώρα, ένιωθε μια εξάντληση. Γιατί βροντούσε τόσην ώρα και δεν τρόμαζε κανείς; Γιατί δεν έβγαινε κανείς έξω χλωμός και κάθιδρος να αναρωτηθεί τι είχε συμβεί και ποιος του βροντούσε την πόρτα; Αφού το σπίτι είχε φως, και κάποιος έμενε μέσα, γιατί δεν τρόμαζε επιτέλους; Πάνω από την πόρτα υπήρχε μια ταμπέλα αλλά η καημένη η βροντή δεν είχε πάει σχολείο και δεν ήξερε να διαβάζει. Έτσι βροντούσε ξανά και ξανά και ξανά, χωρίς να ξέρει οτι η μικρή ταμπέλα έγραφε: "Γιάννης, ο κουφός".

Κι έτσι κάπως (δεν) βγήκε η γνωστή παροιμία: "Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!"
 
Top