Νίκος Δ. Τροβάς : «Από τον εξώστη»

Χήθκλιφ

Κοινωνός


Τίτλος: Από τον Εξώστη
Συγγραφέας: Νίκος Δ. Τροβάς
Εκδόσεις: Ars Nocturna / Ars Libri
Έτος έκδοσης: 2021
Διαστάσεις: 21 x 14
Εικονογράφηση : Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος
Αριθμός σελίδων: 94
ISBN: 978-618-84451-3-0


Η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Τροβά φέρει έναν τίτλο που απηχεί τον χώρο του θεάτρου, τον ναό της υπόδυσης· κοινό και ερμηνευτές. Εδώ, υπέργειοι και απόμακροι, ηθοποιοί και θεατές σε σύζευξη αυτογνωσίας, παρακολουθούν - από τον εξώστη, την οικουμενική ιλαροτραγωδία να εκτυλίσσεται αποτιμώμενη σε εξήντα ποιήματα που εσωκλείουν όλο το ανάερο βάρος της ανθρώπινης κατάστασης.

Η ποίηση δίνεται σε ελευθέρους στίχους με έντονη μουσικότητα και δύναμη εικονοποιίας· γεννά απεικάσματα εσωτερικών θυελλών, βυθοσκοπεί τα μύχια της ύπαρξης, φωτίζοντας περίκλειστα και δυσθεώρητα τμήματα ψυχής. Ο λόγος, συμβολικός και υπαινικτικός, γίνεται σε στιγμές διαπεραστικά άμεσος και εναργής με επίγευση αποφθεγματική. Το ύφος, εναλλάσσεται από αιχμηρά ειρωνικό, σε στοχαστικά θυμόσοφο, εμμονικό, έως ονειρώδες κι αιθέριο. Το περιεχόμενο διανθίζουν, διακειμενικές αναφορές σε Έλιοτ, Πόε, Μποντλέρ, Χιόνη, Πανώριο, καθώς και έμμεσες αναφορές - επιδράσεις που αποτελούν τις καταβολές του ποιητή.

Χωρισμένη σε δύο ενότητες, η συλλογή κυλά κυκλοτερώς διαγράφοντας βιωματικές περιδινήσεις, σχεδιάζοντας σταδιακά τον άοκνο κύκλο της ζωής, με σημείο τομής κοινό για όλους, -τον πυρήνα της θνητότητας.


«Και κατάντησε η ζωή μας μια προθανάτια εμπειρία»

Η είσοδος στην ενότητα «Από τη Σήραγγα» σηματοδοτείται από διεισδυτική ποιητική έκλαμψη που μεταφέρει τον παλμό του έργου. Εκκινώντας από εδώ, ο ποιητικός ήρωας ιχνηλατεί την διαδρομή της ψυχής στο λυκόφως και την σιωπή ενός ενδότατου, περιορισμένου χώρου όπου ξύπνησε, ανελεύθερη κι ανίδεη, με αναπόκριτα ερωτήματα να αντiλαλούν στο κενό.

Το σύμπαν των σελίδων, ακαθόριστο υποσελήνιο σκηνικό γεμάτο αντικατοπτρισμούς· αλλόκοτο, πολυδαίδαλο, με δομή ανοίκεια και αγχώδη· χώροι σκιασμένοι και δυσπροσπέλαστοι όπου εγκλωβισμένες ζωές συγκρούονται με το παράλογο μιας προδιαγραμμένης αποστολής με τελικό σκοπό ερμητικό.

«Υπάρχουνε κάτι γωνίες στο χώρο, ανεπαίσθητες,

σχεδόν αόρατες[…]
γωνίες και μονοπάτια ανάμεσα στο χώρο.
Εκεί θα μας βρεις να ξηλώνουμε το υφαντό της ύπαρξης,
Εκεί θα μας δεις πώς ξεψυχάμε παλεύοντας με κόμπους και κλωστές.[…]»

Μοναξιά, Χρόνος, Απώλεια, Θάνατος οι κύριες θεματικές, με τον θάνατο, ως ενδογενή φθοροποιό δύναμη, σε ρόλο αφανούς πρωταγωνιστή, να αποτελεί μια οντότητα που στοιχειώνει το έργο αγκαλιάζοντας το, ερωτικά σχεδόν, με την σκιά των μαύρων φτερών του. Θάνατος τόσο εντός της ζωής, όσο και ως απαρέγκλιτη κατάληξη κάθε μορφής της.

«[…]κι αν περπατώ στους χώρους που έζησαν

κι αν περπατώ στους χώρους που ξαπλώνουν
βλέπω το βρέφος φρέσκο στο δέντρο της ζωής να πέφτει ώριμο
σαπίζοντας στο χώμα καθώς ορίστηκε […]»

«[…]κι ο Χρόνος, τράπουλα σημαδεμένη
να κερδίζουν πάντα οι απόντες που δε λεν να φύγουν«[…]»


Οι άνθρωποι άνισοι, με ιδέες πυρφόρες και πάθη απύθμενα, μα με δομή ασταθή, εφήμερη και πολυκαιρισμένη. Φιγούρες της απελπισίας, κυρτωμένες από το δυσανάλογο εσωτερικό φορτίο και την υποταγή σε μια καταδίκη που πασχίζουν να νοηματοδοτήσουν. Κι ο χρόνος, με την αντίστροφη σμίλη του να απαμβλύνει ολοένα την αιχμή τους.

Το σύντομο πέρασμα τους απ' την επίγεια σκηνή, μια σχοινοβασία σε λεπτό σάρκινο νήμα με παλινωδίες να επαναλαμβάνονται ατέρμονα, για όσο υπάρχουν ζωές να ξοδευτούν. Αποτελματωμένοι στην ίδια κληροδοτημένη φυλακή, νεκροζώντανα ανδρείκελα, προγραμματισμένα να αποδίδουν, έχουν ξεχάσει όμως πώς να νιώθουν και να αφήνονται.

«Μηχανές λογοτομής μας κλέβουνε την καληνύχτα

κάθε βράδυ.

Άχρηστη
μας επιστρέφεται τα πρωινά »

«Θα ‘ταν αλλιώς ο κόσμος αν οι άνθρωποι αγγιζόντουσαν·
παρά μονάχα μείνανε τα μέλη μας νεκρά κι ανίκανα να αισθανθούν

ζωή[…]»


(από το βιβλίο σελ. 48)

Η επικοινωνία δύσβατη, περιπλεγμένη σε λέξεις αμφίσημες και μηνύματα διφορούμενα που αντί να αποσαφηνίζουν συσκοτίζουν και απομακρύνουν καθώς απομονωμένοι εαυτοί ζωσμένοι τον εγωτισμό τους κι οχυρωμένοι πίσω από τις δικές τους μεταφράσεις, δεν ακούν παρά ερμηνεύουν. Κι ο έρωτας, ανίσχυρος να φωτίσει το σκοτάδι της ψυχής παρά για μια μαγική ενωτική στιγμή.

«[…]άφησε να υπάρξει θάνατος, άφησε να υπάρχει η ζωή

κι άσε να λάμψει μοναχά για μια στιγμή το φως
το φως των δύο σκοταδιών που γίνονται Ένα
μόνο για μια στιγμή

πριν φύγουμε πάλι.»


Πτεροφυής για όσο διαρκεί, ικανός να διαποτίζει τον άνθρωπο στην ολότητα του, γίνεται ιδανικό και εξυμνείται με αισθαντικό ερωτισμό. Βιωμένος κάτω από τα αλλοπαρμένα μοιραία φεγγάρια της απατηλής σαγήνης, της παραμόρφωσης και της αχλής, προσφέρει, υπό τη μυστηριακή τους επίδραση μια φευγαλέα, μα σεισμικής έντασης αεροβασία αθανασίας.

«Μου 'δωσες να πιω νερό του φεγγαριού

κείνο που μάζεψες σε κάποιο όνειρο[…]
κι ήταν αψύ, μεθυστικό σαν ήλιος του μεσημεριού
μα το φεγγάρι γέλασε και κρύφτηκε

δεν ήξερες πως έχει τα δικά του σχέδια[…]

Κι όταν πια η στιγμή εκπνεύσει και οι γαλάζιες σπίθες διαλυθούν στην χοάνη της φθαρτότητας, ο έρωτας δεν διαφεύγει από την γυμνή, αποκαθηλωτική ματιά.

Η πραγμάτευσή του, αποστερημένου τα φαντασιακά του ψιμύθια, ιδωμένου σε ψυχρό φως που σβήνει οπτασιασμούς, δίνεται με δηκτικό (αυτο)σαρκασμό και την αγκαθωτή αίσθηση της απομάγευσης. Οι έννοιες αντιστρέφονται, οι άνθρωποι αποκαλύπτονται κάτω από κοστούμια ουράνιων προσποιήσεων. Εκεί που βλέπαμε μόνο ομοιότητες, δεν βρίσκουμε στο εξής παρά αντιθέσεις, εξίσου υπερτονισμένες, περιτρέχοντας τις ενδιάμεσες υφές, ώσπου το απόλυτο που δήθεν προσεγγίσαμε αποκαλύπτει την μηδαμινότητα του.

«Έρχονται μέρες φθόνου

λάμψεις παρελθόντος που σκοντάφτουνε στα χρόνια
έβαλα σαν πατέρας τις καλές στιγμές μου να πλαγιάσουν […]»

«[…]κι από κάπου μια μελωδία θυμίζει ένα χαμένο σκοπό
λέξεις κενές, αντηχούν σκιές αλλοτινών νοημάτων
σαν το ξεχασμένο κουφάρι της τελειότητας»


Το αρχικό όνειρο γίνεται τρόμος βιωνόμενος, με ψυχολογικές βαναυσότητες και πολέμους χειραγώγησης· μεθοδευμένη επιχείρηση αλλοτρίωσης και ψυχικού ευνουχισμού -εν είδει βελτίωσης· όλα στο όνομα της αγάπης και την γνησιότητα του μίσους να διαγράφεται πίσω από τα ημιδιάφανα προσωπεία της, αφού καθένας μας ένα ατομικό εγώ, πάντα ξένο, πάντα αλλότριο και μόνο στο θάνατο ίδιο.

«[…]κι όπως μονάχα σκέλεθρα φρικτά απομείναμε

εκθέματα να γίνουμε
σ' ένα μουσείο ιστορίας και θανατογένεσης
για να μας βλέπουν οι νεότεροι
εμάς
τους παλιούς
και να εμπνέονται

πως ήμαστε λέει τρανοί

και αεικίνητοι»

Κάποιες έννοιες επιστρέφουν, επιμένοντας να ταλανίζουν τον ποιητή, μία από αυτές - η συγχώρεση· συγχώρεση του εαυτού κι από τον εαυτό, συγχώρεση από την Ζωή. Ένοχος που όλα τα υποδύθηκε αντί να τα γευτεί και έβλεπε πάντα γύρω του ένα θέατρο σκιών, κωμωδία σε τραγικό σκηνικό και αντίστροφα· που όσο κι αν θέλησε δεν μπόρεσε να κλέψει μια στιγμή πίσω από το παραπέτασμα.

Ο παραλληλισμός με την σκηνή, διατρέχει την συλλογή στο σύνολο της σαν κάτοπτρο που ανταυγάζει την αντιφατικότητα της διττής μας υπόστασης. Θέατρο πανανθρώπινο, με τους ενσαρκωτές, δεσμώτες ρόλων, ερήμην προ ραμμένων· Παράσταση ανεξάντλητη με θίασο αναλώσιμο, δίχως επευφημίες, όσο κι αν είναι δεινή η ερμηνεία. Κι ο θεατρώνης άφαντος, σκιώδης απουσία υπό διαρκή αναζήτηση.

«Φτιαγμένοι από κάποιο χέρι φαντασμένο στους αιώνες […]

[…] Απομεινάρια κάποιας τέχνης ξεχασμένης […]»

«[…]μας κλείδωσαν έξω απ' το θάνατο
σα να σε καταριέται η μάνα σου την ώρα που πεθαίνει
σέρνουμε τα κορμιά μας στο ερώτημα της ύπαρξης
κι ο καθρέφτης, θ' αντανακλά για πάντα το αιώνιο ψεύδος.


Εντέλει, μας άξιζαν χειροκροτήματα.»

Η μεταφυσική ανησυχία διαπνέει το έργο και η ασίγαστη ανάγκη για νόημα που δεν εισακούγεται. Ο ποιητής καγχάζει με περιφρόνηση μπροστά στην ματαιότητα των ανθρώπινων επινοήσεων, την αχρηστία τους απέναντι στο κενό που ούτε να το γεμίσουν πέτυχαν, ούτε να το φωτίσουν. γελάει σαρκαστικά απέναντι στην γελοιότητα που συνυφαίνεται με την φρίκη σε έναν αθέατο αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό παραφροσύνης.

«[…]συχνά θυμάμαι νέος που 'χα μπει στο χωνευτήρι

κι είχα πειστεί πως εκεί μέσα κρυβόταν το αντίφωνο σ' όλα τα
δόγματα του απείρου και του ατέρμονου.
Αργότερα, πολύ αργότερα συμφωνήσαμε πως ήταν άσκοπο να
ψάχνουμε τις απαντήσεις
σε απορίες κι ερωτήματα που εμείς δημιουργήσαμε.

Αυτός που μας κλείδωσε, δεν πέταξε το κλειδί
μα το 'βαλε βαθιά μας, σίγουρος πως ψάχνοντας ποτέ δεν θα το
βρούμε.[…]»


Τα δεσμά μας είναι επινοημένα και η ύπαρξη ντροπιαστική, ασήμαντη μπροστά στην απεραντοσύνη·
μας περιζώνει πτυχωτά, με την αλήθεια να κρύβεται ανάμεσα στα ξέφτια, ίσως τρομαχτική, ίσως άδεια·
κι ο θάνατος κάθε αυταπάτης αποτελεί εξίσου το κέρδος και το τίμημα.

«όσο κι αν τελικά κοιτούμε προς τα μέσα

δε βρίσκουμε απαντήσεις, μόνο σκοτάδι βρίσκουμε
και τα χνώτα ενός θεού φυματικού
ενός θεού που ξέχασε θεοί πως δεν υπάρχουν
κι ακόμα ψάχνει τη φυγή απ’ τη φυγή του.»


Μέσα από τα γήινα δράματα, το εσωτερικευμένο βίωμα του πόνου, της απώλειας, της γεύσης του θανάτου, από τη ζύμωση των ψυχικών μεταλλαγών και το αποτύπωμα στο νου, η έξοδος από την σήραγγα έρχεται με την αφύπνιση και συνειδητοποίηση πως και η διαδρομή μέσα της ήταν μέρος μιας προγραμμένης πράξης.

Εν τούτοις, παρόλο που καταλήγουμε στη λάσπη, παρόλο που η ζωή είναι μια σπουδή στην πτώση, γραπωνόμαστε κι απ' αυτή την εκφυλιστική μας κατάπτωση, μόνιμα διψασμένοι για λίγο χρόνο ακόμη.

Στη δεύτερη ενότητα, από τον εξώστη πια, αντηχεί το απαύγασμα χαμένων αναμνήσεων, των θαμμένων προ πολλού και των όσων δεν πρόλαβαν να βιωθούν. Το σκοτάδι, αγαπημένο μοτίβο του ποιητή επανεμφανίζεται με διάφορες μορφές, φανερώνοντας μια έλξη, μια συνάφεια, αν όχι ταύτιση. Το «γλυκό σκοτάδι» τόπος αρχαίων θεών αγλαού σκότους, εξορισμένων στη λήθη, μεταφέρει την νοσταλγία και τον απόηχο του μυθικού, την παρηκμασμένη γοητεία της αλλοτινής στίλβης ενός λησμονημένου, γι αυτό νεκρού μεγαλείου που το ποιητικό υποκείμενο κοιτά πλέον νοερά και αποχαιρετά.

«[…]σφαλίσαμε τα μάτια για τις πίσω μας εικόνες

κι έμεινε ο χρόνος να ονειρεύεται αδιάκοπα εντός μας[…]»
«[…]στην προσπάθεια να νιώσουμε το άπειρο
το άπειρο ριζώθηκε εντός μας

Κι εδραιώθηκε»

Το φως έρχεται στο τέλος της διαδρομής με ένα αλληγορικό παραμύθι ως επιμύθιο .

Κάθε αισθητικό στοιχείο συνιστά οπτική απόδοση της φωνής των ποιημάτων. Τόσο το εξώφυλλο όσο και το οπισθόφυλλο, έργο του αναγεννησιακού καλλιτέχνη Johannes Wechtlin, αποτελούν επιλογή του ποιητή που είδε σε αυτό έναν κοινό τόπο συνάντησης με τις εικόνες (και τις ιδέες πίσω από τις εικόνες) των στίχων του. Μέσα από αυτή την πορεία πληγής και γνώσης που είναι η ζωή, ο άνθρωπος καταλήγει λαβωμένος, να φέρει κάθε είδους τραύματα στο κορμί και την ψυχή του, γίνεται ο πληγωμένος άνθρωπος - «Wundenmann» του εξωφύλλου. Οι οχτώ ζωγραφιές του Δημήτρη Τριανταφυλλόπουλου που κοσμούν το εσωτερικό, τόσο ιδιοσυγκρασιακά σουρεαλιστικές και αινιγματικές, που διεγείρουν τη σκέψη με την πολυσημία τους αποδίδοντας την πολυπρισματική ευθραυστότητα της ανθρώπινης φύσης . Ένα κομψοτέχνημα προσεγμένο και στην ελάχιστη λεπτομέρεια.
















 
Last edited:
Top