Αχ μαζί σου,
@Μαίρη λου. Προχθές περπατούσα σε έναν τρελό δρόμο γεμάτο κόσμο κι ήταν ένας τυφλός που περπατούσε σερνάμενα κρατώντας το μπαστούνι κι ένα κύπελο. Γενικά ρίχνω στα κύπελα από κάτι. Του έριξα κάτι λίγο και του είπα κάτι, δεν θυμάμαι τι. Κατάλαβε πως είμαι ξένος. Ήμουν μαζί με μια φίλη και κάτι της ψιθύρισε. (Γύρω παντού πολυς πολύς χαμός). Γυρίζει η φίλη μου και μου μετραφάζει «λέει πως είναι τυφλός!» Λέω, θε μου. Μα είναι τόσο προφανές. Πιστεύει πως δεν ξέρω; Του έπιασα τα χέρια (που γενικά δεν ακουμπάμε ο ένας τον άλλον στις ασιατικές κουλτούρες). Του λέω στην γλώσσα του «Είσαι όμορφος!»
Κι αυτή είναι μια μικρή πράξη που απολαμβάνω πολύ: να λέω όμορφα πράγματα στους ανθρώπους. Στους υπαλλήλους, όταν μου κάνουν κάτι τους κοιτάζω στα μάτια μ' ένα χαμόγελο και επιβεβαιώνω: "you are the best!". Και μιας και τελευταία μιλάω όλο και πιο συνειρμικά (κι έτσι κάπως ασυνάρτητα) να πω πως οι καθαρίστριες είναι στα μάτια μου ανώτερες υπάρξεις, γιατί μας κρατάνε καθαρούς. Οι οικοδόμοι υπέρτατοι, γιατί χτίζουν τον κόσμο όπου υπάρχουμε. Οι επαίτες που κάθονται με τα πόδια σταυρωτά κι ένα κυπελάκι μπροστά, Άγιοι, που η ζωή τους έκλεψε πράγματα απλά που οι υπόλοιποι τα έχουμε για αυτονόητα και ξάφνου φώτισε ένα φωτοστέφανο για πάντα πάνω από το κεφάλι τους. Οπότε εκεί δείχνω τον μεγαλύτερο σεβασμό. Όταν δίνω χρήματα υποκλίνομαι κατά βάσιν ευχαριστώντας. Εννοείται πως στον δρόμο υποχωρώ πάντα να περάσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Αν δω έναν εργάτη να κουβαλάει κάτι δεν μπορώ να διανοηθώ πως υπάρχει περίπτωση οι υπόλοιποι να μην του ανοίξουμε χώρο να περάσει. Λέω πως είμαι δήθεν πραγματιστής μα εκείνη την στιγμή βλέπω κάτι πολύ περισσότερο, κάποιον να κουβαλάει κάτι από τον μεγάλο μόχθο της ζωής εκεί πέρα.
Κι εντάξει, μου αρέσουν αυτές οι μικρές πράξεις και θα ‘χω κάνει και μεγαλύτερες, αλλά θέλω να κλείσω με μια αμαρτία που κάπως με βάρυνε τελευταία. Είχα καθίσει σ’ ένα πολύ γραφικό καφέ, σ’ένα όμορφο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στην βιτρίνα, κι έψαχνα για σπίτι στην μεγάλη πόλη όπου επέστρεφα. Κάποια στιγμή πέρασε ένας άστεγος και με κοίταξε. Τράβηξα τα μάτια κι απορώ πώς το έκανα γιατί γενικά επικοινωνώ πάντα άφοβα. Σε λίγο ξαναγύρισε. Κάθισε ακριβώς μπροστά μου στην βιτρίνα. Είχε φέρει μια πλαστική κορδέλα (σκουπίδι) κι ένα πλατύ φύλλο από ένα φυτό. Τα αράδιασε εκεί μπροστά και όπως μου χαμογέλασε είδα πως του λείπαν τα περισσότερα δόντια ενώ ήταν νέο παιδί. Έκανα ξανά πως δεν τον είδα. Απορώ με τον εαυτό μου πώς το έκανα αυτό. Κι έφυγε.
Όμως αυτά ήταν τα δώρα του. Δεν είχε κάτι άλλο να δωρίσει. Πες μου εσύ γιατί δεν βγήκα να του δώσω ένα χαρτονόμισμα και να του φιλήσω τα χέρια.
Από τότε πολύ με βαραίνει αυτό το πράγμα. Δίνω ακόμη περισσότερο στους ζητιάνους αλλά δεν το έχω ξεπλύνει από πάνω μου. Όμως θα το ξεπλύνω κάποια στιγμή.