Μικρές ιστορίες

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Κάθε μέρα έχει τις δικές της μικρές ιστορίες που ήδη την αύριο αντικαθίστανται με καινούργιες. Όποιος θέλει ας καταθέσει. Θα πρότεινα μοναχά ιστορίες δίχως σχόλια έπειτα.


Βραδάκι. Το αυτοκίνητο παρκαρισμένο στον κεντρικό. Μόλις μπήκαμε μέσα και καθίσαμε. Μέσα από το παρμπρίζ είδα μια αγέλη σκυλιά να παίζουν λίγο πιο εκεί, πάνω στο πεζοδρόμιο, και σκούντηξα τον γιο μου να δει.

Στο επόμενο δευτερόλεπτο κατάλαβα πως ξεσκίζανε ένα μικρό ζώο. Μου έμοιασε με μικρό σκυλί, με γιορκσάιρ. Σε μια στιγμή πήδηξα έξω και με μια φωνή και καναδύο κλωτσιές στον αέρα διέλυσα την αγέλη.

Κάτω κειτόταν ένα γατί, όχι ενήλικο ακόμα. Είχε μικρούς σπασμούς. Μάλλον του είχαν σπάσει το σβέρκο. Έμοιαζε να τρέχει από μέσα του ένα διάφανο υγρό. Στο μεταξύ είχε βγει κι ο γιος μου.
— Τί είναι αυτό το υγρό;
— Μάλλον σάλια από τα σκυλιά.
Το κοίταξα μια στιγμή. Ήταν όμορφο κι ίσως ράτσας. Η γούνα του έδειχνε πως ήταν φροντισμένο από ανθρώπους.
— Δεν το προλάβαμε. Πάμε.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Από το παρμπρίζ είδαμε ένα μαύρο σκυλί, κυνηγετικό, να πλησιάζει αργά, να πιάνει το γατί από τον λαιμό και να το σηκώνει σαν λάφυρο. Έπειτα πλησίασαν και τα άλλα, ήρεμα πια, δίχως την αναστάτωση.
Φύγαμε. Ο γιος μου στεναχωρήθηκε λιγάκι.

Του λέω: Έτσι είναι η φύση. Πρέπει να είσαι δυνατός και να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. Στο σπίτι του είπα να πάει για μπάνιο γιατί ερχότανε από το μπάσκετ.
 
Τέλη Νοέμβρη, απόγευμα, διαβάζω για ένα μάθημα που παρακολουθώ, έχω φτάσει στο κεφάλαιο για τον Γκάντι κι επειδή πίνω καφέ καπνίζοντας, έχω μισάνοιχτη τη μπαλκονόπορτα. Έξω έχει πέσει το σκοτάδι, νιώθω το νυχτερινό κρύο του χειμώνα.
Μια κίνηση στο μπαλκόνι, στρέφω το κεφάλι, μια μικρή κίτρινη φιγούρα πάνω στο σκαμπώ που ΄χω στο μπαλκόνι –δεν καπνίζω πάντα μες το σπίτι.
Κι αμέσως ένα φρου, ο επισκέπτης εισβάλει, γραπώνεται στη λεκάνη με το νερό και τους γίγαντες, κυτώντας γύρω του.
Έγιναν συζητήσεις περί κλουβιού, ελευθερίας, πόσο κινδυνεύει ελεύθερο έξω- ας περάσει ο χειμώνας και βλέπουμε.
Το καναρίνι βαφτίστηκε «Τσιηρ» -όχι Γκάντι- το κελάηδημα ακουγόταν ένα τετράγωνο πιο μακρυά από τον 4ο όροφο.
Σήμερα το μεσημέρι μετά τη δουλειά, βγήκα στο μπαλκόνι -ανοίγω πάντα την μπαλκονόπορτα να μπαίνει φως ημέρας όταν φτάνω σπίτι, να δω και τον Τσιηρ. Άφαντο το καναρίνι, πούπουλα ο τόπος κι ένα κίτρινο κεφαλάκι να κείτεται...
1/3/18​
 
Ήμουν στο σούπερ μάρκετ και περίμενα στην ουρά για να πληρώσω. Μπροστά μου ήταν ένας άντρας από Πακιστάν/Ινδία -κρατούσε ένα αναψυκτικό.

Ξαφνικά έρχεται από πίσω μια γυναίκα με ένα κοριτσάκι και με προσπερνάει. Μου λέει: Έχουμε μόνο αυτά. Βιαζόμαστε γιατί έχει μπαλέτο, σε πειράζει να πληρώσουμε πρώτες; Της λέω: Όχι, όχι, δεν έχω πρόβλημα.

Προσπερνάει τον άντρα που ήταν μπροστά μου χωρίς να τον κοιτάξει καν. Η ταμίας δεν της λέει τίποτε- σαν να το ευχαριστήθηκε μου φάνηκε. Την εξυπηρέτησε κι εκείνη έφυγε.
 
Περιμένοντας (σ)το Μετρό.

Όταν βρίσκομαι σε δημόσιους χώρους ζω στην δική μου φουσκίτσα, δεν προσέχω τους ανθρώπους γύρω μου. Τις προάλλες όμως, πέρασε από μπροστά μου μια κοπέλα που μου τράβηξε την προσοχή λόγω των μαλλιών της που ήταν χωρισμένα σε μακριές κωνοειδείς τούφες, κοκαλωμένες με τζελ. Το εξαντρίκ στυλ της διέκοψε τις σκέψεις μου, και κάπως έτσι άρχισα να παρατηρώ τις αντιδράσεις των άλλων. Οι πιο πολλοί δεν έδωσαν σημασία, κάποιοι την περιεργάστηκαν για λίγο πριν επιστρέψουν την προσοχή τους στην οθόνη των κινητών τους, και μια γυναίκα προσπαθούσε να πνίξει ψεύτικα χαχανητά, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι της. Το πρόσωπό της δεν ήταν άσχημο, ήταν κάτι χειρότερο. Ήταν αδιάφορο και στερεωμένο πάνω σε ένα ατσούμπαλο σώμα που δεν το κολάκευαν ούτε το κολλητό παντελόνι, ούτε τα κρόσσια από το κοντό της μπλουζάκι που έπεφταν πάνω στον έναν και μοναδικό φουσκωτό κοιλιακό της. Όσο συνέχιζε να κάνει διάφορες γκριμάτσες και να καλύπτει το στόμα της με εμετική χαριτωμενιά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο "εξωτικό πουλί" που σιγά σιγά απομακρυνόταν από τις αποβάθρες, εγώ την κοιτούσα έντονα ελπίζοντας πως θα με δει, θα ντραπεί και θα σταματήσει. Αυτό δεν έγινε ποτέ, ο θόρυβος από τον συρμό που ερχόταν γινόταν πιο δυνατός και για να μην αναπνέω τον ίδιο αέρα με αυτήν, πήγα μερικά μέτρα πιο πέρα και όταν οι πόρτες άνοιξαν επιβιβάστηκα σε διαφορετικό βαγόνι.
Μέχρι να φτάσω σπίτι κλωτσούσα τον εαυτό μου που δεν της είπα, "Τι γελάς μωρή;"
 

Ήταν τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου που το ξανά επισκέφτηκα. Ο ρόλος μου διαφορετικός και οι στόχοι μου επίσης. Η πρώτη φορά ήταν το 2004 και οι μνήμες μου ήσαν θολές. Την τρίτη μέρα ξύπνησα στο δωμάτιο του καταφυγίου· άρχισα ήδη να προσαρμόζομαι στους ρυθμούς του χωριού. Πλύθηκα, ντύθηκα και πήγα να πάρω τον καφέ μου. Οι περισσότερες οικογένειες και οι υπόλοιποι επισκέπτες πρέπει να κοιμόντουσαν...θαρρώ πως ήταν κάπου στις οχτώ το πρωί, έτσι κάθισα σε ένα από τα τραπέζια του καταφυγίου να απολαύσω τον ελληνικό μου. Αλλά κάπου εκεί έπιασα τον εαυτό μου να ενατενίζει το αντικρινό βουνό. Πίσω μου, στη κοιλάδα της Βάλια Κάλντα, σαν ψιθύρισμα άκουγα τα ορμητικά νερά του Αωού να βιάζονται να καταλήξουν στην Αδριατική θάλασσα.

Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που είχα μπροστά μου. Το βουνό ήταν επιβλητικό και σχεδόν ανατρίχιασα. Άθελα μου άρχισα να τρίβω τα μπράτσα μου...ένιωσα άβολα.

Μου έφυγε κάθε αυτοπεποίθηση, κάθε κυνικότητα της πόλης, κάθε έγνοια. Ξέχασα πρόσωπα και υποχρεώσεις. Ένιωσα τρωτή, παρακολουθώντας τη γυναίκα με τα άσπρα σχεδόν να λικνίζεται πάνω από τις κορφές των δέντρων. Να ήταν η γηραιά καλοκαιρινή Πάχνη, να ήταν η εξαδέρφη της η Υγρασία ή το παραπαίδι τους, κάνα Συννεφάκι; Χίλια μέτρα υψόμετρο ήταν αυτά…αλλά δεν άφησα την παντελή άγνοια μου για τα καιρικά φαινόμενα να με επηρεάσει.

Κοίταξα το λόγγο και εκεινή χαμογελούσε, καθώς ήταν η ώρα της να αποσυρθεί πίσω από το βουνό. Θα άφηνε τον ήλιο τώρα, να κάνει την δουλειά του. Θαρρώ, πως μπροστά στο απροσμέτρητο αυτό ρηγάτο ένιωσα έναν αναπαμό. Ένιωσα κάποιαν υγρασία στα μάτια μου...και σίγουρα δεν έφταιγε ο καιρός. Βιάστηκα να σκουπίσω τα μάτια μου (η περηφάνια μου δεν θα άφηνε να δώσω δικαιώματα στους γύρω μου), σούφρωσα τα χείλη μου, έσμιξα τα φρύδια μου και με το πείσμα που με δέρνει προσπάθησα να εντοπίσω καμία κρυφή λόχμη. Πίσω από τις λόχμες ίσως να υπήρχαν νεράϊδες, φαύνοι και ξωτικά. Ίσως να προσπαθούσαν να κρυφτούν από τα γυμνά μάτια των ανθρώπων. Ίσως να ήμουν η πρώτη που θα…

- “έτοιμο το πρωινό σου”διέκοψε μια φωνή τις σκέψεις μου.

Βιάστηκα να ευχαριστήσω, καθώς η φωνή με έβγαλε από τη χαύνωση μου.

Γύρισα να ξανά κοιτάξω το βουνό. Για λίγες μόνο στιγμές προσπάθησα να επικεντρωθώ στην προηγούμενη αναζήτηση μου. Ένιωσα ηλίθια. Γελούσε η Μητέρα Φύση μαζί μου. Γελούσε με τη σιγουριά του ανθρώπου. Λοιδορούσε τον Παντοκράτορα Άνθρωπο, που νομίζει ότι δικαιωματικά τα πάντα γύρω του τού ανήκουν.

Γράφοντας αυτές τις αράδες, δεν είμαι σίγουρη άμα πιστεύω στους μύθους και τις λαϊκές δοξασίες της Ηπείρου. Ξέρω μόνο ένα πράγμα...η καρδιά μου και η ψυχή μου ανήκουν στη Βωβούσα.


(
Το μόνο Ζεν που μπορείς να βρεις στις κορυφές των βουνών, είναι το Ζεν που θα κουβαλήσεις μαζί σου εκεί πάνω. - Robert M. Pirsig)
 
Το πρώτο άλμα...

Το κενό αέρος πίεσε τον πρωινό καφέ σχεδόν μέσα στον οισοφάγο. Οι μηχανές της Ντακότα ούρλιαξαν προσπαθώντας να ισορροπήσουν το σκάφος που έχασε απότομα ύψος, και μετά από μερικά σκαμπανεβάσματα, το αεροπλάνο σταθεροποιήθηκε.


Μια ματιά τριγύρω μου έδειξε μόνο πρόσωπα σκυθρωπά, ανέκφραστα, πέτρινα πρόσωπα. Με χείλη σφιγμένα και μάτια καρφωμένα στο πουθενά, δεκατέσσερις καταδρομείς αλεξιπτωτιστές περίμεναν να κάνουν το πρώτο τους άλμα. Ένας μήνας επίπονης εκπαίδευσης είχε μοναδικό σκοπό να προετοιμάσει τα εικοσάχρονα παιδιά για μία και μόνο στιγμή, το πρώτο άλμα.


Κοίταξα τον απέναντι μου και μου χαμογέλασε βεβιασμένα. Ένα χαμόγελο σαν μια φριχτή γκριμάτσα από ταινία τρόμου. Μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεγελάσει τον απέραντο τρόμο που φώλιασε βασανιστικά στην καρδιά του, στην καρδιά όλων μας...


Τα γόνατά μου τρέμουν ελαφρά και νοιώθω μια απέραντη ντροπή για την κατάστασή μου. ''Ανόητε '' σκέφτομαι, '' είναι από την αδρεναλίνη που έριξε ο οργανισμός σου στο αίμα, μας το είπαν αυτό...''.


Απ' το μυαλό μου πέρασαν όλα όσα μας είχαν μάθει στο διάστημα της εκπαίδευσης, προσπαθώντας να τα ταξινομήσω σε μια σειρά, μα τα παράτησα γρήγορα. Πως να συγκεντρωθείς με τόσα ερωτήματα να στροβιλίζουν στο μυαλό σου; Πως να φαίνεται άραγε η γη από χίλια μέτρα ύψος; Θα ανοίξει αυτό το γαμημένο αλεξίπτωτο, κι αν όχι θα καταφέρω ν' ανοίξω το εφεδρικό; Είμαι πρώτος στη σειρά, θα καταφέρω να πηδήξω άραγε, ή θα κιοτέψω και θα γίνω ξεφτίλα;


Το αεροσκάφος τραντάζεται συνέχεια και ο θόρυβος από τους κινητήρες καλύπτει τα πάντα. Τα πάντα, μα όχι την καρδιά μου. Την ακούω, αν και περισσότερο την νοιώθω να χτυπάει τρελά, προσπαθώντας να αποβάλει αυτό το τεράστιο βάρος που την πιέζει όλη την ώρα . Είναι κατακαλόκαιρο, μα οι τρίχες των χεριών μου είναι ανορθωμένες από το ρίγος της υπερέντασης.


Ξαφνικά, ο αρχηγός πτώσης, ένας αρχιλοχίας με πάνω από πεντακόσια άλματα στο ενεργητικό του, σηκώνεται από το κάθισμα και αυτό είναι το σημάδι να ετοιμαστούμε για το άλμα.


Σηκώθηκα και πέρασα τον χαλκά στο συρματόσχοινο, ενώ η μεγάλη πέτρα που πίεζε την καρδιά μου, τώρα γλίστρησε και πήγε στο στομάχι μου.


Ο εκπαιδευτής άνοιξε την πόρτα και στάθηκε αριστερά της. Ο θόρυβος των μηχανών είναι πλέον αφόρητος. Δεν ακούς ούτε την σκέψη σου!


Τι είπαμε πρέπει να κάνω στο άλμα; Να σφίξω με τα χέρια μου το εφεδρικό αλεξίπτωτο, να πιέσω το σαγόνι μου στο στήθος για να μην μου πάρουν οι ιμάντες τα αυτιά όταν τεντωθούν απότομα, και να μετρήσω '' χίλια ένα, χίλια δύο, χίλια τρία, θόλο ελέγχω,'' και να κοιτάξω πάνω αν άνοιξε το ριμάδι το αλεξίπτωτο.


Μια ματιά κάτω στη γη μου δείχνει την ομορφιά της σ' όλο της το μεγαλείο. Ξαφνικά μούρχονται στο μυαλό κάποιοι στίχοι από ένα τραγούδι του Χατζή, '' Μοιάζουν τα σπίτια σαν κουκλόσπιτα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι...''


Το μυαλό, αυτό το υπέροχο όργανο, έχει περάσει πια σε φάση καταστολής. Δεν νοιώθω πλέον τίποτε, δεν σκέφτομαι τίποτε, κοιτάζω μόνο το κόκκινο φωτάκι περιμένοντας να ανάψει πράσινο.

Το κόκκινο φως γίνεται ξαφνικά πράσινο, σημάδι πως βρισκόμαστε πάνω από τον χώρο ρίψης. Ήρθε η μεγάλη στιγμή. Δείξε θάρρος, μην κιοτέψεις τώρα, ένα βήμα είναι , ένα μικρό βηματάκι μόνο...


Το χτύπημα στο μηρό είναι το σημάδι του εκπαιδευτή για το άλμα. Με μάτια ανοιχτά, που δεν βλέπουν όμως τίποτα, γέρνει το σώμα και κάνει βουτιά στο κενό. Τα δευτερόλεπτα κυλούν, μα δεν νοιώθω κάτι, είμαι σαν ένα άδειο καύκαλο που το ξέρασε ο φλοίσβος. Το σκληρό τράνταγμα με φέρνει πίσω στην πραγματικότητα, και η πραγματικότητα είναι τρομερή. Πανικοβλημένος κοιτάζω ψηλά, και με ένα απέραντο αίσθημα ανακούφισης βλέπω την υπέροχη ομπρέλα ανοικτή πάνω από το κεφάλι μου.


Η ριμάδα η πέτρα δεν λέει να εγκαταλείψει το στομάχι μου. Κοιτάζω κάτω και βλέπω την γη να με πλησιάζει αργά αργά. Ένα ρεύμα αέρος κάνει το σώμα μου να ταλαντεύεται πέρα δώθε. Νοιώθω ένα υπέροχο αίσθημα ελευθερίας καθώς αιωρούμαι στο κενό και η πέτρα επιτέλους εγκαταλείπει το στομάχι μου.


Η ανασκόπηση μετά την προσγείωση μου δείχνει πως μόλις πριν έγινα δέκτης καταιγισμού συναισθημάτων, που όντως θα θυμάμαι σ' όλη μου τη ζωή.
 
Last edited:
Μια κοπέλα κοίταξε το μωρό, που είχα στο καρότσι, και χαμογέλασε. Εγώ κοιτούσα με λαχτάρα τον σκύλο της, ένα ημίαιμο μπιγκλ, και της χαμογέλασα. Χτύπησε το κινητό μου, το μωρό άκουσε τη φωνή μου και ξύπνησε με ουρλιαχτά. Ο ιδρώτας έσταζε στα μάτια μου. Αναστέναξα κι άρχισα να κουνάω το καρότσι. Τζάμπα κόπος. Χάζεψα για λίγο την κοπέλα με τον σκύλο καθώς απομακρύνονταν, ήσυχα, ανέμελα. Η ζήλια τόσο έντονη μέσα μου, για κάποια δευτερόλεπτα πρέπει να είχα πρασινήσει.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Αθήνα, κέντρο. Βγαίνω να ψάξω για καφέ και περπατάω επί της Αγίου Κωνσταντίνου.

Σε μια εσοχή, εκεί που γράφει «Δημοκρατική Αριστερά» και δίπλα, ένα τσούρμο ταλαίπωρων ανθρώπων, μάλλον άστεγοι, κάθονται αραδιασμένοι πέρα-πέρα, μέσα στην βρόμα, και μιλάνε ή συλλογίζονται. Με μια ελάχιστη προσπάθεια μπορούν να ξεκινήσουν εκεί που βρίσκονται έναν νέο πολιτισμό αλλά δεν θα υπάρξει δύναμη ποτέ για τίποτα.

Λίγο πιο πέρα, από την άλλη πλευρά του δρόμου, μπροστά από τον ναό, στο μεγάλο καθαρό πεζοδρόμιο, ένας άνθρωπος ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς, καταμεσής, κοιμάται. Δεν έχει παπούτσια στα πόδια, του λείπει μια κάλτσα, κι ένα παπούτσι είναι δίπλα στο κεφάλι του.

Εντωμεταξύ, συχνά βλέπω, μέσα στο πλήθος, και κάποιον ιδιαίτερα αποστεωμένο άνθρωπο. Υποθέτεις ναρκωτικά αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως πρόκειται για κακή, σχεδόν ανύπαρκτη διατροφή. Όπως αυτή η πολύ κοντή γυναίκα που κρατάει έναν καφέ και μοιάζει πως τουλάχιστον έχει κάποιον σκοπό και κάπου πάει. Μόνο που είναι αποστεωμένη. Φοράει ένα κολάν που σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο θα ήταν πολύ κολλητό αλλά πάνω της είναι γεμάτο σούφρες.

Κάθομαι στον "Γρηγόρη" να πιω έναν καφέ, έναν χυμό και να φάω ένα αποτυχημένο τυροκούλουρο. Καταφθάνει ένας ξανθός τύπος με τα μπράτσα έξω, με τατουάζ επάνω, το μαλί ψιλοπάνκ και φωνάζει δυνατά στον υπάλληλο γιατί μάλλον χρειάζεται σακούλα για το νερό που αγόρασε:
- Δώσε μια σακούλα. (Ειρωνικά: ) να στην πληρώσω ρε μάγκα.
- (Όχι ειρωνικά, διότι τόσο κοστολογείται: ) Είναι εννέα λεπτά!
- Εννέα λεπτά;! Τι λέει, ρε! Πολύ αμερικανάκια γίνατε. Πολύ αμερικανάκια γίνατε!
Αυτή η ατάκα θα ακούγεται δυνατά, μέσα στο παραλήρημά του για μερικά λεπτά.
Ένας κύριος που αγοράζει καφέ, θα προσφερθεί να πληρώσει αυτά τα διαολεμένα 9 λεπτά, αλλά φυσικά θα μετανιώσει γιατί τώρα έχει εμπλακεί. Π.χ. του γνέφει ο ξανθός:
- Όχι! Περίμενε εσύ!
Βέβαια, ο υπάλληλος ήδη διαθέτει την σακούλα δωρεάν, και προσπαθεί να εξηγήσει. Ο ξανθός όμως, μέσα στο «αμερικανάκια», φωνάζει ξανά και ξανά πως του κάνουνε «μπούτι». Τουλάχιστον, κάπως έτσι φτάνει στα αφτιά μου.
- Μου κάνεις μπούτι! Μπούτι μου κάνεις.
Και νομίζω πως εννοεί μπούλιγνκ.
Ενώ, βέβαια, είναι ο ίδιος σε άσκοπη επίθεση στον υπάλληλο. Κι αφού φωνάξει κι άλλο στον υπάλληλο πως είναι ξάδερφος του Γρηγόρη (βλέπε εταιρικό λογότυπο) φεύγει μέσα στην επωδό για τα αμερικανάκια.

Το πλαστικό ποτήρι με τον χυμό μου γράφει επάνω «Αυτό θα πει ευτυχία!»

Ναι, Γρηγόρη. Αυτό θα πει ευτυχία.

Με συναρπάζει πως για κάθε 10 βήματα που κάνεις, στην Αθήνα, βρίσκεσαι απέναντι σε μια άσχημη, μικρή ιστορία.
 
Last edited:

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Επίσκεψη στην Αθήνα, πριν χρόνια. Δεν θυμάμαι πού, κάπου στο ευρύτερο κέντρο. Περνάω έξω από ένα παρατημένο σπιτάκι πιάτσας ταξί που βρομάει. Κοιτάζω, και μέσα κοιμούνται πάνω σε χαρτόνια άνθρωποι, όσοι χωράνε. Ήδη με είχαν σταματήσει ένα σωρό ζητιάνοι. Ένας μέσα στο μετρό, ένας δυνατός άντρας, έκλαιγε καθώς ζητιάνευε για ό,τι έχουμε ευχαρίστηση οι «καλοί μου άνθρωποι,» καθώς έλεγε κάτι μπερδεμένο για τον πατέρα του κι εκεί μπροστά σου ξεγυμνωνόταν το παιδί που κουβαλούσε για πάντα σακατεμένο μέσα του. Έκλαιγε με σπασμούς. Μου ράγισε την καρδιά.

Σχεδόν υπέφερα από όλες τις σκληρές εικόνες τις πόλης που διαδέχονταν η μία την άλλη και πια δεν τις θυμάμαι. Με πλησίασε ένας άνθρωπος και ζητιάνεψε «για να φάει». Τώρα θα έλεγα πως ήταν βρόμικος αλλά χωρίς να μυρίζει κι αξύριστος, ίσως με γκρίζα μαλλιά, μα στην πραγματικότητα δεν θυμάμαι. Ήμασταν ακριβώς μπροστά από ένα κατάστημα που πουλούσε καφέδες κτλ. Του λέω «ελάτε, επιτρέψτε μου να σας κεράσω κάτι.» Ο πληθυντικός μου, όπως έφτασα να συνειδητοποιώ σήμερα, είναι κυρίως θέμα αγωγής. Απλά, έτσι μεγάλωσα.

Του ζήτησα να πάρει ό,τι θέλει. Ο υπάλληλος του πρότεινε και του ετοίμασε ένα κομμάτι πίτσα. Ήθελε κι έναν καφέ. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς καφέ παρήγγειλε αλλά μου έκανε εντύπωση πως τον καφέ του τον ζήτησε με κάθε λεπτομέρεια. Ήταν ο δικός του καφές.

Και τότε συνειδητοποίησα αυτό που θα έπρεπε να ξέρω, λάτρης του καφέ ο ίδιος. Ο καφές μας είναι η προσωπική μας στιγμή, εκείνη η στιγμή που νιώθουμε άνθρωποι. Ακόμη κι αν χαθήκανε όλα, κι η στέγη πάνω από το κεφάλι, ο καφές είναι η στιγμή που συναντάς τον άνθρωπο που υπήρξες.

Από τότε, σε στιγμές ιδιαίτερες που ψάχνω τον καφέ μου, όπως τον θέλω, θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο. Σκέφτομαι, με ένα μικρό κέρασμα, και χωρίς να το περιμένω, κέρδισα κάτι.
 
Το καράβι στο οποίο υπηρετούσα τη θητεία μου, πιάνει μετά μέρες πλεύσιμες, στο λιμάνι της Βαλένθια. Έτος 2000. Μια όμορφη πόλη ανοίγεται μπρος στα διψασμένα μάτια μας και τις ψυχές μας, ακόμα πιο διψασμένες για να ξεφύγουμε από τη φαιά και μίζερη στρατιωτική ατμόσφαιρα. Είμαστε όμως αναγκασμένοι να κάτσουμε για εργασίες για ώρες μετά τον ενλιμενισμό.
Όταν το βράδυ, εννέα - δέκα, ξεμπερδεύουμε, μας δίνει ο Ύπαρχος χαριστικά τρίωρη άδεια απουσίας, να δούμε τη βραδυνή Βαλένθια. Βγαίνω μαζί με άλλους δύο. Στα πενήντα μέτρα πέφτουν τα στίφη επάνω μας. Κοριτσάκια (οι περισσότερες μοιάζουν ανήλικες), Αφρικανές, λαθραίες. Να κρέμονται επάνω σου σαν τσαμπί, να σε παρακαλούν σχεδόν να εκλιπαρούν, να προσπαθούν να σε φιλήσουν, να χουφτώνουν, να σου τάζουν σεξ χωρίς προφύλαξη.
Αισθάνθηκα τόσο άσχημα που δεν είχα κουράγιο να συνεχίσω για την πόλη. Ένα τέταρτο άντεξα. Προτίμησα να γυρίσω στη "φυλακή μου".
Η Βαλένθια είναι μια ωραία πόλη. Αυτό με στιγμάτισε όμως. Στην άσχημη Αθήνα τόσα χρόνια δεν μου έχει συμβεί ποτέ κάτι ανάλογο, ακόμα και όταν χρειάστηκε να κυκλοφορήσω πεζός, βράδυ, τα στενά κάτω από την Αθηνάς.
 
Last edited:
Top