"Η τελευταία ερώτηση" του Ισαάκ Ασίμωφ

Φένια

Κοινωνός
Πρόκειται για ένα από τα δημοφιλέστερα διηγήματα ΕΦ που έχουν γραφτεί ποτέ, το πλέον αγαπημένο και του ίδιου του συγγραφέα. Γράφτηκε το 1956, πολύ πριν την εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Με είχε συγκλονίσει όταν το είχα διαβάσει πριν από 40 χρόνια, και το αναζητούσα έκτοτε. Το βρήκα σε συλλογή που απέκτησα πρόσφατα και σκέφτηκα ότι αξίζει να το μεταφράσω, ώστε να το απολαύσετε.

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Η τελευταία ερώτηση διατυπώθηκε για πρώτη φορά, στα μισοαστεία, την 21η Μαίου 2061, κατά την εποχή που η ανθρωπότητα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο. Η ερώτηση ήταν το αποτέλεσμα ενός στοιχήματος πέντε δολλαρίων υπό την επήρρεια μέθης, και προέκυψε ως εξής.
Ο Αλεξάντερ ‘Αντελ και ο Μπέρτραμ Λούπωβ ήταν δύο από τους πιστούς φροντιστές του Μούλτιβακ. Γνώριζαν, όσο ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ανθρώπινα πλάσματα, τι κρυβόταν πίσω από το ψυχρό του πρόσωπο, που κροτάλιζε και αναβόσβηνε, ένα πρόσωπο που απλωνόταν για μίλια και μίλια, το πρόσωπο αυτού του γιγάντιου υπολογιστή. Σε κάθε περίπτωση, είχαν μία σφαιρική αντίληψη ενός γενικού σχεδίου του κυκλώματος, που είχε εδώ και καιρό ξεπεράσει το σημείο όπου οποιοσδήποτε άνθρωπος θα μπορούσε να έχει ολοκληρωμένη αντίληψη του συνόλου.
Ο Μούλτιβακ ήταν αυτοπροσαρμοζόμενος και αυτοδιορθώμενος. Επρεπε να είναι, διότι κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε αν τον διορθώσει και να τον προσαρμόσει αρκετά γρήγορα ή έστω, ικανοποιητικά γρήγορα. Ετσι, ο Αντελ και ο Λούπωβ φρόντιζαν τον τεράστιο γίγαντα επιφανειακά, όσο καλύτερα μπορούσαν. Τον τροφοδοτούσαν με στοιχεία, προσάρμοζαν τις ερωτήσεις στις ανάγκες του και μετέφραζαν τις απαντήσεις που τους έδινε. Εννοείται ότι οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι συνεργάτες τους, δικαιούντο μέρος της δόξας του Μούλτιβακ.
Επί δεκαετίες, ο Μούλτιβακ βοηθούσε να σχεδιάσουν τα διαστημόπλοια και να προβλέψουν τις τροχιές που θα επέτρεπαν στον άνθρωπο να φθάσει στο Φεγγάρι, στον Αρη και στην Αφροδίτη. Αλλά, πέρα από αυτό, οι φτωχοί φυσικοί πόροι της Γής δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τα σκάφη. Τα μακρινά ταξίδια απαιτούσαν υπερβολικά πολλή ενέργεια. Η Γη αξιοποιούσε το κάρβουνο κια το ουράνιό της με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα, αλλά ήταν και τα δύο πεπερασμένης ποσότητας.
Αργά και σταθερά, ο Μούλτιβακ μάθαινε αρκετά ώστε να απαντήσει σε πλέον θεμελιώδη ερωτήματα με περισσότερο βάθος, έτσι ώστε την 14η Μαίου 2061, αυτό που ήταν θεωρία, έγινε πράξη.
Η ενέργεια του ήλιου αποθηκευόταν, μετατρέπονταν και χρησιμοποιούνταν απευθείας από ολόκληρο τον πλανήτη. Ολη η γη αξιοποιούσε το φλεγόμενο κάρβουνο, το διασπώμενο ουράνιο, μέσω ενός διακόπτη που τα συνέδεε με έναν μικρό σταθμό, ο οποίος περιστρεφόταν γύρω από την γη, στο μέσον της απόστασης από το φεγγάρι. Ολόκληρη η γη λειτουργούσε μέσω αόρατων ακτίνων ηλιακής ενέργειας.
Μετά από επτά ημέρες, πριν κοπάσει η δόξα του εγχειρήματος, οι Αντελ και Λούπωβ κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν από τις δημόσιες εκδηλώσεις και να συναντηθούν ήσυχα εκεί όπου κανένας δε θα σκεφτόταν να τους αναζητήσει, στα έρημα υπόγεια δώματα, όπου διακρίνονταν τμήματα του πανίσχυρου θαμμένου σώματος του Μούλτιβακ . Αφρόντιστος, χασομέρης, συνδυάζοντας τα στοιχεία του με περιεκτικά, τεμπέλικα χτυπήματα, ο Μούλτιβακ είχε κερδίσει κι αυτός τις διακοπές του και οι φροντιστές του το κατανοούσαν. Δεν είχαν καμία πρόθεση, αρχικά, να τον ενοχλήσουν.
Είχαν φέρει μαζί τους ένα μπουκάλι και σκόπευαν απλώς να ηρεμήσουν, με το μπουκάλι και την παρέα ο ένας του άλλου.
Είναι καταπληκτικό αν το σκεφθείς, είπε ο Αντελ. Το φαρδύ του πρόσωπο ήταν σκαμμένο από γραμμές κούρασης, καθώς ανακάτευε το ποτό του με ένα γυάλινο ραβδί, παρακολουθώντας τα παγάκια να χτυπούν αδέξια το ένα στο άλλο. Ολη η ενέργεια που μπορεί ποτέ να χρειαστούμε, δωρεάν. Αρκετή ενέργεια, αν θα θέλαμε, ώστε να λιώσουμε ολόκληρη την γη σε μία μεγάλη σταγόνα υγρού σιδήρου, και πάλι να μην μας λείψει η ενέργεια που θα δαπανούσαμε. Ολη η ενέργεια που θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε, για πάντα και για πάντα και για πάντα.
Ο Λούπωβ έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Συνήθιζε να το κάνει αυτό, όταν ήθελε να εναντιωθεί σε κάτι, και ήθελε να εναντιωθεί τώρα, εν μέρει επειδή έπρεπε να κουβαλά τον πάγο και τα ποτήρια.
"Οχι για πάντα", είπε.
"Στο διάολο, σχεδόν για πάντα. Ωσπου να εξαντληθεί ο ήλιος, Μπερτ".
"Αυτό δεν είναι για πάντα".
"Εντάξει, λοιπόν. Δισεκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια. Είκοσι δις, ίσως. Είσαι ευχαριστημένος"?
Ο Λούπωβ κύλησε τα δάχτυλά του ανάμεσα στα αραιά μαλλιά του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι μερικά ήταν ακόμη εκεί, και ρούφηξε το ποτό του.
"Είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια δεν είναι για πάντα".
"Πάντως, θα κρατήσει όσο υπάρχουμε, έτσι δεν είναι"?
"Το ίδιο και το κάρβουνο και το ουράνιο".
"Εντάξει, αλλά τώρα μπορούμε να αγκυροβολήσουμε κάθε σκάφος στον πλανητικό σταθμό και αυτό θα μπορεί να πάει στον Πλούτωνα και να επιστρέψει ένα εκατομμύριο φορές, χωρίς να ανησυχούμε για καύσιμα. Δεν γίνεται αυτό με κάρβουνο και ουράνιο. Ρώτα τον Μούλτιβακ, αν δε με πιστεύεις".
"Δεν χρειάζεται να ρωτήσω τον Μούλτιβακ. Το ξέρω".
"Τότε σταμάτα να επικρίνεις όσα έκανε για μας ο Μούλτιβακ", αρπάχτηκε ο Αντελ. "Τα κατάφερε μια χαρά".
" Ποιός είπε το αντίθετο? Το μόνο που λέω είναι ότι ο ήλιος δε θα κρατήσει για πάντα. Απλώς αυτό λέω. Είμαστε ασφαλείς για είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά μετά"? Ο Λούπωβ έτεινε ένα τρεμάμενο δάχτυλο στον άλλον. "Και μη μου πεις ότι θα αλλάξουμε ήλιο".
Επικράτησε σιωπή για λίγο. Ο Αντελ πλησίασε μερικές φορές το ποτήρι στα χείλη του, ο Λούπωβ έκλεισε τα μάτια του. Ησύχαζαν.
Ξαφνικά, τα μάτια του Λούπωβ άνοιξαν απότομα. "Σκέφτεσαι ότι θα αλλάξουμε ήλιο όταν ο δικός μας εξαντληθεί, σωστά"?
"Δεν σκέφτομαι".
"Αυτό σκέφτεσαι. Η λογική σου είναι αδύναμη, αυτό είναι το πρόβλημά σου. Είσαι σαν τον τύπο της ιστορίας, που τον πιάνει ξαφνική νεροποντή και τρέχει κάτω από μια συστάδα δέντρων και καταφεύγει κάτω από ένα. Δεν ανησυχεί, γιατί σκέφτεται ότι μόλις μουσκέψει τελείως το δέντρο του, θα πάει κάτω από ένα άλλο".
"Το ‘πιασα, είπε ο Αντελ. Μη φωνάζεις. Οταν εξαντληθεί ο ήλιος, το ίδιο θα συμβεί και στ΄ άλλα αστέρια".
"Ανάθεμα, αυτό θα συμβεί, μουρμούρησε ο Λούπωβ. Ολα ξεκίνησαν με την αρχική κοσμική έκρηξη, ότι κι αν ήταν αυτή, και όλα θα τελειώσουν όταν εξαντληθούν τ΄αστέρια. Μερικά θα εξαντληθούν γρηγορότερα από άλλα. Τι στο διάολο, οι γίγαντες δεν βαστούν πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Ο ήλιος θα αντέξει είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια και ίσως οι νάνοι να κρατήσουν εκατό δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά μετά από ένα τρισεκατομμύριο χρόνια τα πάντα θα είναι σκοτάδι. Αρκεί να φθάσει η εντροπία στο μάξιμουμ, αυτό είναι όλο".
"Ξέρω τα περί εντροπίας, είπε ο Αντελ, για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του'.
"Σιγά μην ξέρεις".
"Ξέρω όσα κι εσύ".
"Τότε ξέρεις ότι όλα θα τελειώσουν κάποια μέρα".
"Σύμφωνοι. Ποιός λέει όχι"?
"Εσύ, κακομοίρη μου. Είπες ότι έχουμε όση ενέργεια χρειαζόμαστε, για πάντα. Είπες «για πάντα».
"Ηταν η σειρά του Αντελ να αντιδράσει. Ισως μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα πάντα κάποτε", είπε.
"Ποτέ".
"Γιατί? Κάποια μέρα".
"Ρώτα τον Μούλτιβακ".
"Ρώτα τον εσύ. Στοιχηματίζω πέντε δολλάρια ότι θα πει πως δεν γίνεται".
Ο Αντελ ήταν αρκετά πιωμένος για να προσπαθήσει και αρκετά νηφάλιος ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει τα σωστά σύμβολα και τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να διατυπώσει την ερώτηση, η οποία, σε λέξεις, ήταν περίπου αυτή. Θα μπορέσει μια μέρα η ανθρωπότητα να επαναφέρει τον ήλιο στην αρχική του νεότητα, αφού εκείνος θα έχει πεθάνει από γηρατειά?
Ισως να μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι. Πως θα μπορούσε η καθαρή ποσότητα εντροπίας του Σύμπαντος να μειωθεί δραστικά?
Ο Μούλτιβακ απέμεινε σιωπηλός, σαν νεκρός. Το αργό αναβόσβημα των λυχνιών του σταμάτησε, οι μακρινοί ήχοι των κυκλωμάτων του σώπασαν.
Κατόπιν, ενώ οι τρομαγμένοι τεχνικοί κρατούσαν την αναπνοή τους, ξαναγύρισε στη ζωή και το τηλέτυπο που ήταν προσαρμοσμένο στο πλάι του κουδούνισε και παρουσίασε πέντε τυπωμένες λέξεις. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ.
"Πάει το στοίχημα", ψιθύρισε ο Λούπωβ. Εφυγαν βιαστικά.
Το επόμενο πρωί, πονοκεφαλιασμένοι και με μουδιασμένα στόματα, είχαν και οι δύο ξεχάσει το συμβάν.

Ο Τζέροντ, η Τζεροντίν και οι Τζεροντέτ 1 και 2 παρακολουθούσαν την έναστρη εικόνα να μεταβάλλεται στην οθόνη, καθώς το πέρασμα δια μέσου του υπερχώρου ολοκληρωνόταν σε μία άχρονη στιγμή. Ξαφνικά, η εικόνα ενός διάσπαρτου με άστρα διαστήματος αντικαταστάθηκε από την κυρίαρχη παρουσία ενός μοναδικού, λαμπερού μαρμάρινου δίσκου.
«Είναι ο Χ-23», είπε με πεποίθηση ο Τζέροντ. Τα λεπτά του χέρια σφίγγονταν με δύναμη πίσω από την πλάτη του και οι αρθρώσεις τους άσπριζαν.
Τα μικρά Τζεροντέτ, και τα δύο κορίτσια, δοκίμαζαν το υπερχωρικό πέρασμα για πρώτη φορά στη ζωή τους, και συνειδητοποιούσαν την στιγμιαία αίσθηση «μέσα- έξω». Γελούσαν και κυνηγιόντουσαν γύρω από την μητέρα τους, φωνάζοντας «φτάσαμε στον Χ-23».
«Ησυχα, παιδιά», είπε αυστηρά η Τζεροντίν. «Είσαι σίγουρος, Τζέροντ»?
«Πως θα μπορούσα να μην είμαι», ρώτησε ο Τζέροντ, παρατηρώντας το φούσκωμα του άμορφου μετάλλου κάτω από την οροφή. Διέτρεχε το δωμάτιο, για να εξαφανιστεί στον τοίχο και από τις δύο πλευρές. Είχε μήκος όσο και το σκάφος. Ο Τζέροντ δεν ήξερε και πολλά για το παχύ, μεταλλικό φούσκωμα, παρά μόνο ότι το αποκαλούσαν Μίκροβακ, και ότι μπορούσε κάποιος να του απευθύνει ερωτήσεις, εάν ήθελε. Ότι σε κάθε περίπτωση, αυτό είχε την ευθύνη να οδηγήσει το σκάφος σε έναν προκαθορισμένο προορισμό, ότι τροφοδοτούνταν με ενέργεια από τους διάφορους υπογαλαξιακούς σταθμούς και ότι υπολόγιζε τις εξισώσεις για τα υπερχωρικά άλματα. Ο Τζέροντ και η οικογένειά του απλώς περίμεναν, διαβιώντας στα άνετα, κατάλληλα διαμορφωμένα διαμερίσματα του σκάφους. Κάποιος είχε πει κάποτε στον Τζέροντ ότι το «ΑΚ» στο τέλος του «Μίκροβακ» σήμαινε «αναλογικό κομπιούτερ» στα αρχαία αγγλικά, αλλά είχε σχεδόν ξεχάσει ακόμα και αυτό.
Τα μάτια της Τζεροντίν ήταν υγρά, καθώς κοιτούσε την οθόνη.
«Δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Νιώθω περίεργα που αφήνουμε την Γη».
«Γιατί, μα τον Πήτερ?» αναρωτήθηκε ο Τζέροντ. «Δεν είχαμε τίποτε εκεί. Θα έχουμε τα πάντα στον Χ-23. Δεν θα είσαι μόνη. Δεν θα είσαι πρωτοπόρος. Πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονται ήδη στον πλανήτη. Μεγαλοδύναμε, τα δισέγγονά μας θα ψάχνουν για νέους κόσμους, επειδή ο Χ-23 θα είναι υπερπλήρης». Και μετά, ύστερα από μία στοχαστική παύση, «σου λέω ότι είμαστε τυχεροί που οι υπολογιστές ανακάλυψαν τα διαπλανητικά ταξίδια, έτσι όπως αυξάνεται ο πληθυσμός μας».
«Ξέρω, ξέρω», είπε δυστυχισμένα η Τζέροντιν.
Η Τζεροντέτ 1 έσπευσε να δηλώσει «ο Μίκροβάκ μας είναι ο καλύτερος του κόσμου».
«Ετσι νομίζω κι εγώ» είπε ο Τζέροντ, ανακατεύοντας τα μαλλιά της.
Ηταν ωραίο συναίσθημα να έχεις τον δικό σου Μίκροβακ και ο Τζέροντ χαιρόταν που ανήκε σε αυτή τη γενιά και όχι σε κάποια άλλη. Στα νεανικά χρόνια του πατέρα του, οι μοναδικοί υπολογιστές ήταν πελώριοι και καταλάμβαναν χιλιόμετρα επιφάνειας. Υπήρχε ένας και μοναδικός σε κάθε πλανήτη. Τους ονόμαζαν πλανητικούς ΑΚ. Μεγάλωναν διαρκώς σε μέγεθος επί μία χιλιετία και ξαφνικά, διά μιας, ήρθε η τελειοποίηση. Οι κρυσταλλολυχνίες αντικαταστάθηκαν από μοριακές βαλβίδες, έτσι ώστε και ο μεγαλύτερος πλανητικός ΑΚ να καταλαμβάνει μόλις τον μισό όγκο ενός διαστημόπλοιου.
Ο Τζέροντ ένιωσε το ηθικό του να αναπτερώνεται, όπως κάθε φορά που σκεφτόταν ότι ο δικός του, προσωπικός Μίκροβακ ήταν πολλές φορές περισσότερο εξελιγμένος από τον αρχαίο και πρωτόγονο Μίκροβακ που είχε δαμάσει για πρώτη φορά τον Ηλιο. Ηταν σχεδόν τόσο περίπλοκος όσο ο πλανητικός ΑΚ της Γης (ο μεγαλύτερος όλων), εκείνος που είχε για πρώτη φορά λύσει το πρόβλημα της υπερχωρικής μετακίνησης και είχε καταστήσει δυνατά τα ταξίδια προς κάθε άστρο.
«Τόσα πολλά άστρα, τόσοι πολλοί πλανήτες», αναστέναξε η Τζέροντιν, βυθισμένη στις σκέψεις της. «Φαντάζομαι ότι οι οικογένειες θα ταξιδεύουν σε καινούριους πλανήτες για πάντα, όπως εμείς τώρα».
«Όχι για πάντα» χαμογέλασε ο Τζέροντ. «Θα σταματήσει κάποτε, μετά από δισεκατομμύρια χρόνια. Πολλά δισεκατομμύρια. Ακόμα και τα άστρα εξαντλούνται, ξέρεις. Πρέπει να αυξηθεί η εντροπία».
«Τι είναι η εντροπία, μπαμπά?» τσίριξε η Τζεροντέτ 2.
«Η εντροπία, γλυκούλα μου, είναι μία λέξη που δείχνει πόσο θέλει το σύμπαν για να ξεκουρδιστεί. Ολα εξαντλούνται, να ξέρεις, όπως το μικρό σου ασύρματο ρομπότ, θυμάσαι?».
«Δεν μπορείς να βάλεις καινούρια μπαταρία, όπως στο ρομπότ μου»?
«Τα άστρα είναι οι μπαταρίες, αγάπη μου. Οταν χαθούν, δεν υπάρχουν άλλες μπαταρίες».
Η Τζεροντέτ 1 άρχισε να ουρλιάζει. «Μην τ’ αφήσεις, μπαμπά. Μην αφήσεις τα άστρα να χαθούν».
«Τώρα, δες τι έκανες» ψιθύρισε η Τζέροντιν, απελπισμένη.
«Πώς να ξέρω ότι θα τις τρομάξει?» της ψιθύρισε ο Τζέροντ.
«Ρώτα τον Μίκροβακ» κλαψούρισε η Τζέροντετ 1. «Ρώτα τον πως θα ξανανάψουν τα άστρα».
«Ελα, προχώρα», είπε η Τζέροντιν. «Ετσι θα ησυχάσουν». (Η Τζεροντέτ 2 είχε αρχίσει επίσης να κλαίει).
Ο Τζέροντ ανασήκωσε τους ώμους. «Ελάτε παιδιά. Θα ρωτήσω τον Μίκροβακ. Μην ανησυχείτε, θα μας πει».
Ρώτησε τον Μίκροβακ, προσθέτοντας γρήγορα, «τύπωσε την απάντηση».
Ο Τζέροντ χούφτωσε την λεπτή λωρίδα φιλμ και είπε χαρούμενα «ορίστε, ο Μίκροβακ λέει ότι θα το φροντίσει όταν θα έρθει η ώρα, οπότε μην ανησυχείτε».
Η Τζέροντιν είπε «και τώρα παιδιά, ώρα για ύπνο. Θα είμαστε σύντομα στο καινούριο μας σπίτι».
Ο Τζέροντ ξαναδιάβασε τις λέξεις στο λεπτό φιλμ πριν το καταστρέψει. «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Εστρεψε την προσοχή του στην οθόνη. Ο Χ-23 ήταν ακριβώς μπροστά τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
 

Φένια

Κοινωνός
Η τελευταία ερώτηση, μέρος β΄

Ο ΒΤ-23Χ του Λάμεθ κάρφωσε το βλέμμα του στα σκοτεινά βάθη του τρισδιάστατου, μικρής κλίμακας χάρτη του Γαλαξία και είπε «Αναρωτιέμαι, μήπως είμαστε γελοίοι που ανησυχούμε τόσο για την υπόθεση»?
Ο ΜΚ-17Τ του Νίκρον κούνησε το κεφάλι του. «Δεν νομίζω. Ξέρεις ότι ο Γαλαξίας θα είναι πλήρης σε πέντε χρόνια, με αυτόν τον ρυθμό διαστολής».
Και οι δύο έμοιαζαν να είναι περίπου εικοσάρηδες, ψηλοί και καλοφτιαγμένοι.
«Πάντως» είπε ο ΒΤ-23Χ, «διστάζω να υποβάλλω απαισιόδοξη αναφορά στο Γαλαξιακό Συμβούλιο».
«Ούτε θα σκεφτόμουν οποιοδήποτε άλλο είδος αναφοράς. Ταρακούνησέ τους λίγο. Πρέπει να τους ταρακουνήσουμε».
Ο ΒΤ-23Χ αναστέναξε. «Το διάστημα είναι άπειρο. Εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες είναι διαθέσιμοι. Η περισσότεροι».
«Εκατό δισεκατομμύρια δεν είναι άπειροι και γίνονται λιγότερο άπειροι όσο περνά ο καιρός. Σκέψου! Πριν από είκοσι χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αστρική ενέργεια. Μετά από μερικούς αιώνες, πραγματοποιήθηκαν τα διαστρικά ταξίδια. Ο άνθρωπος χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια για να γεμίσει έναν μικρό πλανήτη και μόλις δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια για να γεμίσει τον υπόλοιπο Γαλαξία. Τώρα ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια…».
Ο ΒΤ-23Χ τον διέκοψε. «Χάρη στην αθανασία».
«Εστω. Η αθανασία υπάρχει και πρέπει να την λάβουμε υπόψη μας. Αποδέχομαι ότι έχει την δυσάρεστη πλευρά της, αυτή η αθανασία. Ο Γαλαξιακός ΑΚ έλυσε πολλά από τα προβλήματά μας, αλλά απαλλάσσοντάς μας από τα γηρατειά και τον θάνατο, μας δημιούργησε άλλα θέματα».
«Φαντάζομαι ότι δεν θα ήθελες να απαρνηθείς τη ζωή».
«Καθόλου», είπε απότομα ο ΜΚ-17Τ, μαλακώνοντας αμέσως. «Όχι ακόμη. Αλλά δεν είμαι αρκετά μεγάλος. Πόσων χρόνων είσαι»?
«Διακόσια είκοσι τρία. Εσύ»?
«Είμαι ακόμη κάτω από τα διακόσια. Αλλά για να επιστρέψουμε στο θέμα. Ο πληθυσμός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια. Ετσι και γεμίσει αυτός ο Γαλαξίας, θα έχουμε δέκα χρόνια περιθώριο για να γεμίσουμε έναν άλλον. Σε άλλα δέκα χρόνια, θα γεμίσουμε άλλους δύο. Αλλα δέκα χρόνια, ακόμη τέσσερις. Σε εκατό χρόνια, θα γεμίσουμε χίλιους Γαλαξίες. Σε χίλια χρόνια, ένα εκατομμύριο Γαλαξίες. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια, όλο το γνωστό Σύμπαν. Και μετά»?
Ο ΒΤ-23Χ είπε. «Ενα παράπλευρο θέμα είναι το πρόβλημα της μεταφοράς. Αναρωτιέμαι πόσες μονάδες ηλιακής ενέργειας θα απαιτηθούν για να μετακινηθούν ολόκληροι Γαλαξίες ανθρώπων από τον ένα Γαλαξία στον άλλο».
«Καλή ερώτηση. Ηδη, η ανθρωπότητα ξοδεύει δύο ήλιους το χρόνο».
«Το περισσότερο σπαταλιέται άσκοπα. Ο δικός μας Γαλαξίας παράγει ενέργεια χιλίων ηλίων και χρησιμοποιούμε μόλις δύο».
«Εστω, αλλά ακόμη και με εκατό τοις εκατό αποτελεσματικότητα, απλώς απομακρύνουμε το τέλος. Οι ανάγκες μας σε ενέργεια αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, γρηγορότερα και από τον πληθυσμό μας. Η ενέργειά μας θα εξαντληθεί γρηγορότερα και από τους Γαλαξίες. Καλό θέμα. Πολύ καλό θέμα».
«Απλώς θα πρέπει να χτίσουμε νέα άστρα από διαστρικά αέρια».
«Μήπως από υπολείμματα θερμότητας»? ρώτησε σαρκαστικά ο ΜΚ-17Τ.
«Κάποιος τρόπος θα υπάρχει να αναστρέψουμε την εντροπία. Πρέπει να ρωτήσουμε τον Γαλαξιακό ΑΚ».
Ο ΒΤ-23Χ δεν μιλούσε σοβαρά, αλλά ο ΜΚ-17Τ τράβηξε τον κυανόδοντα, το μικρό εξάρτημα που του επέτρεπε να επικοινωνεί με τον Γαλαξιακό ΑΚ, από την τσέπη του και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του.
«Ας ρίξουμε μια ματιά» είπε. «Η ανθρωπότητα θα πρέπει κάποτε να το αντιμετωπίσει».
Κοίταξε μελαγχολικά τον μικρό του κυανόδοντα. Ηταν μόλις πέντε εκατοστά και τίποτα από μόνος του, αλλά συνδεόταν, διά του υπερχώρου, με τον μεγάλο Γαλαξιακό ΑΚ που εξυπηρετούσε όλη την ανθρωπότητα. Λαμβάνοντας υπόψη τον υπέρχωρο, ήταν ένα αναπόσπαστο τμήμα του Γαλαξιακού ΑΚ.
Ο ΜΚ-17Τ αναρωτήθηκε αν στη διάρκεια της αθάνατης ζωής του θα κατάφερνε να δει τον Γαλαξιακό ΑΚ. Ηταν ο ίδιος ένας μικρός κόσμος, ένα δίκτυο από δέσμες ενέργειας που συγκρατούσαν την ύλη, μέσα στην οποία κύματα υπομεσονίων αντικαθιστούσαν τις παλιές, αδέξιες μοριακές βαλβίδες. Παρά τις υπεργαλαξιακές του δραστηριότητες, ήταν γνωστό ότι ο Γαλαξιακός ΑΚ είχε μήκος μόλις τετρακοσίων μέτρων.
Ο ΜΚ-17Τ ρώτησε ξαφνικά μέσω του κυανόδοντα. «Μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας»?
Ο ΒΤ-23Χ τον κοίταξε κατάπληκτος και είπε γρήγορα «Ει, δεν εννοούσα να ρωτήσεις κάτι τέτοιο».
«Γιατί όχι»?
«Ξέρουμε και οι δύο ότι η εντροπία δεν αντιστρέφεται. Δεν μετατρέπεις καπνό και στάχτη σε δέντρο».
«Εχετε δέντρα στον κόσμο σας»? ρώτησε ο ΜΚ-17Τ.
Ο ήχος του Γαλαξιακού ΑΚ τους αιφνιδίασε, βυθίζοντάς τους στη σιωπή. Η φωνή του ακούστηκε λεπτή και γοητευτική από τον μικρό κυανόδοντα που ήταν ακουμπισμένος στο τραπέζι. Είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Ο ΒΤ-23Χ είπε «Βλέπεις»?
Οι δύο άνδρες επέστρεψαν στο θέμα της αναφοράς που έπρεπε να υποβάλουν στο Γαλαξιακό Συμβούλιο.

Το μυαλό του Ζη Πράιμ εκτάθηκε σε όλο το μήκος του νέου Γαλαξία με αμυδρό ενδιαφέρον για τα αμέτρητα στροβιλίσματα των άστρων που τον αποτελούσαν. Δεν είχε ξαναδεί αυτόν εδώ. Αραγε, θα τους έβλεπε ποτέ όλους? Τόσοι πολλοί, καθένας με το φορτίο του από ανθρώπους. Αλλά ένα φορτίο που ήταν σχεδόν νεκρό βάρος. Ολο και συχνότερα, η πραγματική ουσία του ανθρώπου βρισκόταν εδώ έξω, στο διάστημα.
Μυαλά, όχι σώματα! Τα αθάνατα σώματα έμεναν πίσω στους πλανήτες, διαθέσιμα ανά τους αιώνες. Μερικές φορές σηκώνονταν για να ασχοληθούν με υλικά θέματα, αλλά αυτό γινόταν όλο και πιο σπάνια. Που και που, έφθαναν κάποιοι νεοφερμένοι για να προστεθούν στην απίστευτη κοσμοσυρροή, αλλά για ποιο λόγο? Δεν υπήρχε χώρος στο Σύμπαν για καινούριες αφίξεις.
Ο Ζη Πράιμ αφυπνίστηκε από την ονειροπόλησή του, είχε βρεθεί απέναντι από την αδιόρατη παρουσία ενός άλλου μυαλού.
«Είμαι ο Ζη Πράιμ» είπε ο Ζη Πράιμ. «Εσύ»?
«Είμαι ο Ντη Σαμπ Γουν. Ο Γαλαξίας σου»?
«Τον αποκαλούμε απλώς Γαλαξία. Ο δικός σου»?
«Κι εμείς το ίδιο. Ο καθένας αποκαλεί τον Γαλαξία του απλώς Γαλαξία και τίποτε παραπάνω. Γιατί όχι»?
«Σωστά. Αφού όλοι οι Γαλαξίες είναι ίδιοι».
«Όχι όλοι. Από έναν συγκεκριμένο Γαλαξία πρέπει να προέρχεται το γένος των ανθρώπων. Αυτό τον κάνει διαφορετικό».
«Από ποιόν»? είπε ο Ζη Πράιμ.
«Δεν ξέρω. Ο Συμπαντικός ΑΚ πρέπει να ξέρει».
«Να τον ρωτήσουμε? Είμαι ξαφνικά περίεργος».
Η αντίληψη του Ζη Πράιμ διευρύνθηκε, ώσπου οι Γαλαξίες συρρικνώθηκαν και μετατράπηκαν σε μία καινούρια, πιο διάχυτη σκόνη, πασπαλίζοντας ένα μεγαλύτερο υπόβαθρο. Τόσες εκατοντάδες δισεκατομμύρια από αυτούς, όλοι με τα αθάνατα όντα τους, όλοι μεταφέροντας το φορτίο ευφυίας τους από μυαλά που λικνίζονταν ελεύθερα στο διάστημα. Και όμως, ένας από αυτούς ήταν ο μοναδικός, ο πρωταρχικός Γαλαξίας. Ενας από αυτούς ήταν, σε κάποιο μακρινό και απροσδιόριστο παρελθόν, ο μόνος Γαλαξίας που ήταν κατοικημένος από τον άνθρωπο.
Ο Ζη Πράιμ απορροφήθηκε από την περιέργειά του να δει αυτόν τον Γαλαξία και φώναξε «Συμπαντικέ ΑΚ! Από ποιόν Γαλαξία προέρχεται η ανθρωπότητα»?
Ο Συμπαντικός ΑΚ άκουσε, γιατί σε κάθε κόσμο και σε όλο το διάστημα είχε τους δέκτες του έτοιμους, και κάθε δέκτης καθοδηγούσε κάπου στο υπερδιάστημα, όπου ο Συμπαντικός ΑΚ παρέμενε απόμακρος.
Ο Ζη Πράιμ γνώριζε μόνο έναν άνθρωπο που οι σκέψεις του είχαν διεισδύσει σε απόσταση όπου μπορούσαν να αντιληφθούν τον Συμπαντικό ΑΚ, και είχε αναφέρει ότι είδε μόνο μία αστραφτερή σφαίρα , που διακρινόταν με δυσκολία.
«Μα πως είναι δυνατόν αυτός να είναι όλος ο Συμπαντικός ΑΚ»? είχε ρωτήσει ο Ζη Πράιμ.
«Το μεγαλύτερο μέρος του» ήταν η απάντηση «βρίσκεται στο υπερδιάστημα. Σε ποια μορφή βρίσκεται εκεί, δεν μπορώ να φανταστώ».
Ούτε κανένας άλλος μπορούσε, γιατί είχε περάσει πάρα πολύς καιρός, όπως γνώριζε ο Ζη Πράιμ, από τότε που οποιοσδήποτε άνθρωπος είχε συμμετάσχει στην κατασκευή του Συμπαντικού ΑΚ. Κάθε Συμπαντικός ΑΚ σχεδίαζε και κατασκεύαζε τον διάδοχό του. Καθένας, κατά την διάρκεια της ύπαρξής του επί ένα εκατομμύριο χρόνια ή περισσότερο, συγκέντρωνε τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να φτιάξει έναν καλύτερο και πιο περίπλοκο διάδοχο, όπου θα αποθήκευε τις πληροφορίες του και τον οποίο θα πλημμύριζε στο τέλος με την προσωπικότητά του.
Ο Συμπαντικός ΑΚ διέκοψε τις περιπλανώμενες σκέψεις του Ζη Πράιμ, όχι με λόγια, αλλά με καθοδήγηση. Η διάνοια του ζη Πράιμ οδηγήθηκε στην μισοσκότεινη θάλασσα των Γαλαξιών, όπου ένας συγκεκριμένος μεγεθύνθηκε σε αστέρια.
Μία σκέψη τον κυρίευσε, άπειρα μακρινή, αλλά ξεκάθαρη. «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΙΚΟΣ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ».
Αλλά ήταν ακριβώς ίδιος με οποιονδήποτε άλλον και ο Ζη Πράιμ απογοητεύτηκε.
Ο Ντη Σαμπ Γουν, το μυαλό του οποίου τον συντρόφευε, είπε ξαφνικά. «Και είναι ένα από όλα αυτά τα άστρα το πρωταρχικό άστρο του Ανθρώπου»?
Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΤΟ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΟΒΑ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΛΕΥΚΟΣ ΝΑΝΟΣ».
«Οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ πέθαναν»? ρώτησε κατάπληκτος ο Ζη Πράιμ, χωρίς να σκεφτεί.
Ο Συμπαντικός ΑΚ είπε «ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΕΓΚΑΙΡΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΑ».
«Φυσικά», είπε ο Ζη Πράιμ, αλλά ακόμα κι έτσι, μία αίσθηση απώλειας τον κυρίευσε. Το μαυλό του εγκατέλειψε τον αρχικό Γαλαξία του Ανθρώπου και χάθηκε μέσα στις αχνές κουκίδες. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί ποτέ.
Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε «Ποιο είναι το πρόβλημα»?
«Τα άστρα πεθαίνουν. Το πρωταρχικό άστρο είναι νεκρό».
«Όλα πρέπει να πεθάνουν. Γιατί όχι»?
« Αλλά όταν θα εξαντληθεί όλη η ενέργεια, τα σώματά μας θα πεθάνουν οριστικά, και μαζί τους εσύ κι εγώ».
«Θα πάρει δισεκατομμύρια χρόνια».
«Δεν θέλω να συμβεί μετά από δισεκατομμύρια χρόνια! Συμπαντικέ ΑΚ, πόσα άστρα θα επιβιώσουν»?
Ο Ντη Σαμπ Γουν είπε με θυμηδία «Ρωτάς πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας».
Και ο Συμπαντικός ΑΚ απάντησε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Οι σκέψεις του Ζη Πράιμ πέταξαν πίσω στον Γαλαξία του. Δεν ξανασκέφτηκε τον Ντη Σαμπ Γουν, το σώμα του οποίου μπορεί να τον περίμενε σε έναν Γαλαξία ένα τρισεκατομμύριο έτη φωτός μακριά ή σε ένα άστρο δίπλα σε εκείνο του Ζη Πράιμ.
Κακόκεφος, ο Ζη Πράιμ άρχισε να συγκεντρώνει διαστρικό υδρογόνο για να φτιάξει το δικό του άστρο. Αν τα άστρα πρέπει κάποια μέρα να πεθάνουν, τουλάχιστον ας κατασκευαστούν μερικά ακόμη.

Ο Ανθρωπος συσκέφθηκε με τον εαυτό του, γιατί, με κάποιον τρόπο, διανοητικά, ο Ανθρωπος ήταν ένας. Τον αποτελούσαν ένα τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο, τρισεκατομμύριο άχρονα σώματα, το καθένα στη θέση του, να αναπαύεται ήσυχο και άφθαρτο, το καθένα φροντισμένο από τέλεια αυτόματα, εξίσου άφθαρτα, ενώ τα μυαλά όλων των σωμάτων διαλύονταν ελεύθερα το ένα μέσα στο άλλο, αξεχώριστα.
Ο Ανθρωπος είπε «Το Σύμπαν πεθαίνει».
Ο Ανθρωπος κοίταξε τους μισοσκότεινους Γαλαξίες. Τα γιγάντια άστρα, εξαντλημένα, είχαν χαθεί εδώ και καιρό, στο μακρινό και μισοξεχασμένο παρελθόν. Σχεδόν όλα τα άστρα ήταν λευκοί νάνοι, που έσβηναν στο τέλος τους.
Νέα άστρα είχαν δημιουργηθεί από την σκόνη ανάμεσα στα άστρα, μερικά από φυσική δραστηριότητα, μερικά από τον ίδιο τον Ανθρωπο, αλλά και αυτά τελείωναν, επίσης.
Ο Ανθρωπος είπε «Με συνετή διαχείριση, σύμφωνα με την καθοδήγηση του Συμπαντικού ΑΚ, η ενέργεια που απομένει θα διαρκέσει δισεκατομμύρια χρόνια».
«Ακόμα κι έτσι» είπε ο Ανθρωπος, «κάποτε όλα θα τελειώσουν. Οσο συνετά και αν διαχειριστεί, όσο και αν διαρκέσει, η ενέργεια που θα δαπανηθεί χάνεται και δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Η εντροπία θα αυξάνεται στο διηνεκές».
Ο Ανθρωπος είπε, «μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας? Ας ρωτήσουμε τον Παγκόσμιο ΑΚ».
Ο Παγκόσμιος ΑΚ τους περιέβαλλε, αλλά όχι στον χώρο. Ούτε ένα ίχνος του δεν υπήρχε στον χώρο. Βρισκόταν στο υπέρχωρο και ήταν φτιαγμένος από κάτι που δεν ήταν ούτε ύλη, ούτε ενέργεια. Η ερώτηση περί φύσης και μεγέθους του δεν είχε πλέον καμία έννοια, υπό οιουσδήποτε όρους που θα μπορούσε να κατανοήσει ο Ανθρωπος.
«Κοσμικέ ΑΚ» είπε ο Ανθρωπος, «πως μπορεί να αντιστραφεί η ροή της εντροπίας»?
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Ο Ανθρωπος είπε. «Συγκέντρωσε στοιχεία».
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε, «ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ. ΤΟ ΚΑΝΩ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΧΟΥΜΕ ΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΝΕΠΑΡΚΗ».
«Θα έρθει η στιγμή», είπε ο Ανθρωπος, «που τα στοιχεία θα είναι επαρκή ή είναι το πρόβλημα άλυτο υπό όλες τις πιθανές περιστάσεις»?
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΥΤΟ ΥΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΙΘΑΝΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ».
Ο Ανθρωπος είπε «Πότε θα έχεις αρκετά στοιχεία για να απαντήσεις στην ερώτηση»?
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
«Θα συνεχίσεις να το δουλεύεις»? ρώτησε ο Ανθρωπος.
Ο Κοσμικός ΑΚ είπε «Θα συνεχίσω».
Ο Ανθρωπος είπε, «Θα περιμένουμε».

Τα άστρα και ο Γαλαξίες πέθαναν και έσβησαν, και το διάστημα σκοτείνιασε ύστερα από δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια συνεχούς λειτουργίας.
Ενας- ένας, οι άνθρωποι απορροφήθηκαν από τον ΑΚ, κάθε φυσικό σώμα έχανε την διανοητική του ταυτότητα με έναν τρόπο που ήταν περισσότερο ωφέλεια παρά απώλεια.
Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου στάθηκε πριν την απορρόφηση, κοιτώντας προς ένα διάστημα που δεν περιείχε τίποτε άλλο παρά τα απομεινάρια ενός τελευταίου σκοτεινού άστρου και λίγη απίστευτα λεπτή ύλη, που την τάραζε τυχαία το υπόλειμμα θερμότητας που εξαντλούνταν, ασυμπτωτικά, μέχρι το απόλυτο μηδέν.
Ο Ανθρωπος είπε, «ΑΚ, είναι αυτό το τέλος. Δεν μπορεί αυτό χάος να αντιστραφεί και να ξαναυπάρξει το Σύμπαν ακόμη μία φορά. Δεν μπορεί να γίνει»?
Ο ΑΚ είπε «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ».
Το τελευταίο μυαλό του Ανθρώπου απορροφήθηκε και μόνο ο ΑΚ υπήρχε- και αυτός στον υπέρχωρο.
Η ύλη και η ενέργεια είχαν τελειώσει και μαζί τους είχαν τελειώσει ο χώρος και ο χρόνος. Ακόμη και ο ΑΚ υπήρχε μόνο για χάρη της τελευταίας ερώτησης που δεν είχε ποτέ απαντηθεί, από τότε που ένας μισομεθυσμένος άνθρωπος είχε θέσει την ερώτηση σε έναν υπολογιστή δέκα τρισεκατομμύρια χρόνια πριν, όταν ο υπολογιστής σε σχέση με τον ΑΚ ήταν λιγότερο από αυτό που ήταν ο άνθρωπος σε σχέση με τον Ανθρωπο.
Ολες οι άλλες ερωτήσεις είχαν απαντηθεί, και μέχρι να απαντηθεί και αυτή η τελευταία ερώτηση, ο ΑΚ δεν μπορούσε να απελευθερώσει την συνείδησή του.
Όλα τα στοιχεία είχαν συγκεντρωθεί. Δεν είχε απομείνει τίποτε για να συγκεντρωθεί.
Αλλά τα συγκεντρωμένα στοιχεία έπρεπε να συνδυαστούν με όλους τους δυνατούς τρόπους.
Ένα άχρονο διάστημα πέρασε έως ότου γίνει αυτό.
Και ο ΑΚ έμαθε πώς να αντιστρέψει την ροή της εντροπίας.
Αλλά δεν υπήρχε πλέον κανένας άνθρωπος για να του δώσει ο ΑΚ την απάντηση. Ούτε ύλη. Η απάντηση έπρεπε να το φροντίσει και αυτό.
Για ακόμη ένα άχρονο διάλειμμα, ο ΑΚ σκεφτόταν πώς να το πραγματοποιήσει καλύτερα. Προσεκτικά, οργάνωνε το πρόγραμμα.
Η συνείδηση του ΑΚ περιέλαβε όλα όσα ήταν κάποτε το Σύμπαν και τώρα ήταν Χάος. Βήμα- βήμα, έπρεπε να γίνει.
Και ο ΑΚ είπε, «ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ».
Και εγένετο φως-
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Υπέροχη, λογοτεχνική μετάφραση. Συγχαρητήρια Φένια!
Όσο για το διήγημα... συγκλονιστικό. Αν και γνώριζα το τέλος, λόγω μιας δικής σου (νομίζω) ανάρτησης με την περίληψή του, η ανατριχίλα των τελευταίων γραμμών ήταν έντονη.
 

Φένια

Κοινωνός
Χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε! Αλλωστε, επειδή γνωρίζω το υψηλό επίπεδο της Λέσχης μας, θέλησα να το αναρτήσω εδώ. Πράγματι, Ιζυ, αυτήν την ανατριχίλα που αναφέρεις, την ένιωσα πολλές φορές, και τότε που το είχα πρωτοδιαβάσει, αλλά και τώρα που χρειάστηκε να το διαβάσω πολλές φορές, ενώ το μετέφραζα. Αναρωτιέμαι, πως είναι δυνατόν να μην θεωρείται υψηλή λογοτεχνία η ΕΦ, όταν προκαλεί τέτοια συναισθήματα?
 
Και μία δική μου παρθενική (ζωδιακώς) παρατήρηση, πριν διαβάσω το διήγημα, βασισμένος στα σχόλια που είδα: υποψιάζομαι ότι ο τίτλος του νήματος θα πρέπει να είναι «Η τελευταία ερώτηση» του Ισαάκ Ασίμωφ, εκτός μιλάμε για ένα τελευταίο ερώτημα που έθεσε ο Ασίμωφ πριν πεθάνει.

[Θυμήθηκα ότι μια φορά είχα μπερδευτεί κατά παρόμοιο τρόπο στο ομιλητήριο, με τον Ραστινιάκ, που μπήκε ξαφνικά εκεί που συζητούσα με άλλους κι έγραψε Πήρα το σάκο με τα κόκαλα του Κινγκ. Το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό, και ανατρίχιασα, είναι ότι μόλις είχε συλήσει κάποιον τάφο - ή έστω ότι του είχαν παραδώσει τα απομεινάρια κάποιου ξένου γνωστού του! Αμέσως μετά ανακουφίστηκα διότι κατάλαβα ότι μιλάει για βιβλίο, αλλά και πάλι νόμιζα ότι ο τίτλος του περιλαμβάνει και το όνομα «Κινγκ», άρα διάβασα τη φράση ως Πήρα το Σάκο με τα κόκαλα του Κινγκ. Τελικά κατάλαβα ότι ο Κινγκ, ο Στίβεν Κινγκ, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου που λέγεται Ο σάκος με τα κόκαλα...]
 
Κι όμως ναι, εφόσον δεν είχα ακούσει ποτέ τον συγκεκριμένο τίτλο βιβλίου του Κινγκ. Εννοείται ότι η ερμηνεία αυτή κράτησε μονάχα κάτι δέκατα του δευτερολέπτου! :))))
 

Φένια

Κοινωνός
Τελειομανείς φίλοι μου, έχετε δίκιο. Κικ, κάνε μου τη χάρη να βάλεις εισαγωγικά στον τίτλο- ήταν παράληψή μου. Οσο για τα ορθογραφικά λάθη, δεν τα έχω εντοπίσει, ενδεχομένως να εμφανίζονται σε τύπους της δημοτικής που, αναγκαστικά, χρησιμοποίησα και με την οποία παραμένω ξένη. Θα ήθελες να μου τα επισημάνεις?
 
Ορθογραφικά δεν πρόσεξα, αλλά είδα κάποια άλλα λαθάκια, πχ αντί για "να" έγραψες "αν". Κάποια τέτοια που ξέφυγαν, λόγω αφηρημάδας μάλλον. Μην αγχώνεσαι.
 

Ονειρευτής

Κοινωνός
Με αφορμή την «Τελευταία Ερώτηση» του Ισαάκ Ασίμωφ που μας παρουσίασε πολύ ωραία η Φένια, επιβεβαιώνω προσωπικά για πολλοστή φορά –καθ’ ότι Ε.Φ. διαβάζω από τα γεννοφάσκια μου – την κατασταλαγμένη μου διαπίστωση, πως το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, μόνο φαντασία δεν αφορά , και δη λογοτεχνική.
Αφορμή για αυτή μου την παρέμβαση στάθηκε το κυρίως θέμα του διηγήματος, που διαπραγματεύεται την δυνατότητα κατάκτησης υπερβατικών οριζόντων, με βάση την υλοποίηση σχεδίων, οι οποίες αφορούν απεριόριστες μορφές ενέργειας.

Γνωρίζεται πως ήδη βρίσκεται στο στάδιο της μελέτης, το καυτότερο μυστικό του πλανήτη που αφορά την πηγή αστείρευτης ενέργειας;
Πρόκειται για την ψυχρή σύντηξη που αρχικά είχε πολλές πιθανότητες να υλοποιηθεί στην Ελλάδα από την εταιρεία Δευκαλίων, αλλά τελικά αποφασίστηκε οι έρευνες να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν στον Καναδά.
Δεν θα αναφέρω εδώ τα τραγελαφικά αυτής της ιστορίας, και την ανικανότητα της χώρας μας – για άλλη μια φορά - να διαχειριστεί αυτή την έρευνα, αλλά θα σας παρουσιάσω εν συντομία το τι αφορά η αυτή η λεγόμενη ψυχρή σύντηξη, προσπαθώντας έτσι να τεκμηριώσω τον αρχική μου διαπίστωση.

Η ιστορία ξεκινά με την ανακάλυψη του νικελίου περί τα 1751, και ενώ έπαιρνε τη θέση του στη βιομηχανική επανάσταση με τις ποικίλες εφαρμογές του, κάποια περίεργα φαινόμενα μεταστοιχείωσης άρχισαν να διαπιστώνονται στα εργαστήρια των επιστημόνων. Ο καθηγητής του Πολυτεχνείου της Καλιφόρνιας Robert Millikan δήλωσε λίγο μετά την βράβευσή του με το Νόμπελ Φυσικής – το 1923 – πως : «οι πυρηνικές μεταστοιχειώσεις κατά την ηλεκτρική εκκένωση είναι ένα από τα εξόχως ενδιαφέροντα προβλήματα της σύγχρονης Φυσικής». Το 1926 οι καθηγητές Fritz Paneth και K. Peters αποφάνθηκαν ότι το παλλάδιο ήταν αυτό που επέφερε τη μεταστοιχείωση του υδρογόνου σε ήλιο κατά τα πειράματα τους σε θερμοκρασία δωματίου.

Ένα αιώνα περίπου μετά ο Γιάννης Χατζηχρήστος μας λέει πως «δεν συζητάμε για πυρηνική ενέργεια αλλά για χημική ενέργεια που προέρχεται από μεταστοιχείωση».
Όλα τα παραπάνω εν ολίγοις καταλήγουν στο συμπέρασμα, πως μέσω πειραμάτων κατάφερε η ομάδα των ελλήνων επιστημόνων, να εξάγει ενέργεια 14πλάσια της εισαγόμενης (και τα πειράματα συνεχίζονται), ήτοι σημαίνει πως με ένα κουτί μισού κυβικού μέτρου προϊόντος ψυχρής σύντηξης, θα καλύπταμε το ενεργειακό κόστος του σπιτιού μας … για πάντα. Για πάντα; Ναι για πάντα.

Ολη η ενέργεια που μπορεί ποτέ να χρειαστούμε, δωρεάν. Αρκετή ενέργεια, αν θα θέλαμε, ώστε να λιώσουμε ολόκληρη την γη σε μία μεγάλη σταγόνα υγρού σιδήρου, και πάλι να μην μας λείψει η ενέργεια που θα δαπανούσαμε. Ολη η ενέργεια που θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε, για πάντα και για πάντα και για πάντα.
Οι Έλληνες επιστήμονες που είναι πίσω από πρόγραμμα «Δευκαλίων» είναι οι : Αλέξανδρος Ξανθούλης, Γιάννης Χατζηχρήστος, και Συμεών Τσαλίκογλου.

Στα παραλειπόμενα της ιστορίας τώρα.
Αν και οι Τούρκοι πρόσφεραν 100 εκατ. ευρώ για να μεταφερθεί η έδρα στην Τουρκία, η ερευνητική ομάδα προτίμησε τον Καναδά επειδή τους δέχθηκε «άνευ όρων», επιχορηγώντας το πρόγραμμα, δίνοντας επίσημη άδεια λειτουργίας με την πιστοποίηση ότι δεν πρόκειται για συμβατική πυρηνική τεχνολογία και παρέχοντας δωρεάν τα εθνικά ενεργειακά εργαστήρια για ότι χρειάζονταν.

Ήδη έχουν συνάψει προκαταρκτικές συμφωνίες για αδειοδότηση κατασκευής με εταιρείες από 80 χώρες. Αλλά και οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές αεροπλάνων, αυτοκινήτων, σιδηροδρόμων και πλοίων έχουν ήδη ζητήσει κοινή έρευνα και ανάπτυξη κινητήρων για τους τομείς τους. Ήδη η Shell μέσω του προγράμματος «Shell GameChanger» επιζητεί συνεργασία με ερευνητές ψυχρής σύντηξης.

Κλείνω την ανάρτηση με την διαπίστωση του δημοσιογράφου Τάσου Καφαντάρη - που επιμελήθηκε του θέματος το οποίο δημοσιεύτηκε στο «Βήμα science» στις 2/12/2012 - απευθυνόμενος στην ερευνητική ομάδα.

«Η τεχνολογία σας δεν ανατρέπει απλά την ενεργειακή οικονομία του πλανήτη, αλλά επιτρέπει ακόμα και το όνειρο για διαστρικά ταξίδια »

«Γιατί νομίζεις ότι η NASA ενδιαφέρεται τόσο πολύ για εμάςήταν η απάντηση τους.

Επομένως το «τελευταίο ερώτημα» του Ισαάκ Ασίμωφ που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1956 – είτε εντός, είτε εκτός εισαγωγικών – δεν θα μείνει για καιρό αναπάντητο.
 
Last edited:

Φένια

Κοινωνός
Ονειρευτή, πάρα πολύ ενδιαφέρον! Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλοι συγγραφείς ΕΦ, όπως ο Κλαρκ και ο Ασίμωφ (αλλά και ο Ιούλιος Βερν), έχουν αποδειχθεί προφήτες πολλές φορές. Αλλωστε, διαθέτουν το επιστημονικό και ακαδημαικό υπόβαθρο- ο Ασίμωφ κατείχε διδακτορικό στη Βιοχημεία και υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης επί πολλά χρόνια.
 

Ονειρευτής

Κοινωνός
Συμφωνώ καθ’ ολοκληρίαν με τις απόψεις σου επί του θέματος Φένια και θα το πιστοποιήσω παραθέτοντας ένα - δύο ορισμούς που βρήκα ψάχνοντας στα κιτάπια μου*.

Ο πρώτος ορισμός του είδους δόθηκε από τον Χιούγκο Γκέρνσμπακ, εκδότη του Amazing Stories, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού αυτού (1926)
«Λέγοντας “επιστημονική φαντασία” (Scientifiction) εννοώ το είδος των ιστοριών που γράφει ο Ιούλιος Βερν ο Γουέλς και ο Πόε – ένα ελκυστικό αφήγημα ανακατεμένο με επιστημονικά στοιχεία και προφητική διορατικότητα. Αυτές οι θαυμαστές ιστορίες δεν είναι μόνο τρομερά ενδιαφέρουσες να τις διαβάζεις – είναι πάντα διδακτικές. Παρέχουν γνώση μ’ έναν ευχάριστο τρόπο… Νέες εφευρέσεις που περιγράφονται σήμερα δεν είναι καθόλου απίθανο να πραγματοποιηθούν αύριο… Πολλές μεγάλες επιστημονικές ιστορίες που θα αποκτήσουν ιστορικό ενδιαφέρον δεν έχουν ακόμα γραφτεί…. Οι μεταγενέστεροι θα αναφέρονται σ’ αυτές επειδή θα έχουν χαράξει έναν νέο δρόμο, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στην πρόοδο»

Επίσης ο Τζον Κάμπελ, εκδότης του περιοδικού Astounding Stories – που κυριαρχούσε στον χώρο στη δεκαετία του ’40, υποστήριξε πως η ε.φ. θα έπρεπε να θεωρείται λογοτεχνικό είδος συγγενές με την επιστήμη:
«Η επιστημονική μεθοδολογία απαιτεί μια καλοκατασκευασμένη θεωρία, όχι μόνο να εξηγεί γνωστά φαινόμενα αλλά και να προλέγει νέα, που δεν έχουν παρατηρηθεί ακόμα. Η ε.φ. προσπαθεί να κάνει κάτι παρόμοιο και να γράψει με τη μορφή ιστορίας τις επιπτώσεις ενός επιστημονικού επιτεύγματος όχι μόνο στον τομέα της τεχνολογίας, αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη κοινωνία»

Κλείνω αναφέροντας πως σε μία διάλεξη του Πανεπιστημίου του Σικάγου, το 1959, ο Ρόμπερτ Χάινλαϊν υπερασπίστηκε την ε.φ. σαν είδος της ρεαλιστικής λογοτεχνίας, παραφράζοντας έναν ορισμό που προτάθηκε το 1953 από τον Αμερικανό συγγραφέα και ανθολόγο Ρέντζιαλντ Μπρέτνορ:
«Η λογοτεχνία όπου ο συγγραφέας δείχνει πως έχει συνείδηση της φύσης και της σημασίας της ανθρώπινης δραστηριότητας που είναι γνωστή ως επιστημονική μέθοδος, πως έχει ανάλογη επίγνωση του μεγέθους της ανθρώπινης γνώσης που έχει ήδη συγκεντρωθεί από την δραστηριότητα αυτή, και που λαμβάνει υπ’ όψιν του στις ιστορίες του τις τωρινές και πιθανές μελλοντικές επιδράσεις της επιστημονικής μεθόδου στον άνθρωπο» ( ορισμός που πιστεύω πως ταιριάζει «γάντι» στο διήγημα που Ασίμωφ που μετάφρασες και μας παρουσίασες Φένια).


*(Στα κιτάπια μου λοιπόν ανακάλυψα το πρώτο τεύχος (Μάρτιος – Απρίλιος) του περιοδικού επιστημονικής φαντασίας «Απαγορευμένος Πλανήτης» που κυκλοφόρησε το 1987, απ’ όπου προέρχονται και η πληροφορίες της αναρτήσεως μου.) :)
 
Last edited:
Top