Δημοτικό (και μάλλον με χιούμορ)

Μιχαλιος

Όμορφο Νιάτο
Εννοείτε κρατάμε την αρχική διάλεκτο, η δεύτερη ήταν μονάχα απάντηση στο σχόλιο του Φάρου μιας και εγώ τον έβαλα να μιλάει τόσο χωριάτικα όπως και τη στεκούλα παλιότερα, όμως απ' ότι βλέπω δεν συμμετέχει πια στο Δημοτικό η στεκούλα... και ήθελα να μιλάει κάποιος χωριάτικα:))))
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
Όπως και να έχει, η κάθε διάλεκτος έχει την... γλύκα της! Συνεχίζω με την πλοκή (γιατί με καλεί ο οίστρος), και σιγά - σιγά όλα θα πάρουν τον δρόμο τους, εδώ είμαστε, να στήσουμε τους χαρακτήρες και τον τρόπο ομιλίας τους (που ξέρεις, μπορεί να κάνουμε τον Ευτύχη επιστήμονα! :))) )


Οι μπάλες τρέχουν σαν τρελές, στις τρύπες δραπετεύουν
τα μάτια τώρα ολονών, τον νικητή γυρεύουν!
 

Φένια

Όμορφο Νιάτο
Ο Κίτσος στέκει θριαμβευτής, τη στέκα του κραδαίνει
αίφνης η πόρτα άνοιξε, κι η μάνα τ' μέσα μπαίνει
 

Φένια

Όμορφο Νιάτο
Η μάνα προς τον Κίτσο, κοιτώντας απαξιωτικά την Αλίκη
- Λεβέντη μου, αγόρι μου, της μάνας σου καμάρι,
μην θέλει αυτή η παστρικιά μακριά μου να σε πάρει?
 

Σόφκι

Κοινωνός
-Μητέρα παρεξήγησες την έμορφη κοπέλα
που ήλιος δεν την ακουμπά καθώς κρατεί ομπρέλλα

(Μα ποσο πλάκα έχουν οι συλλογικές γραφές!!!!!!!!! :ρ )
 

Νηρηιδα

Όμορφο Νιάτο
-Ο ηλιος κανακαρη μου δεν παει παραπερα
oμως ο λιακος που και που της παιζει τη φλογερα.




(Κικίτσα εχεις δικιο το διορθωσα:) )
 
Last edited:

Σόφκι

Κοινωνός
-Μη μου μιλείς μητέρα μου απόψε για τον Λιάκο
εδώ η Αλίκη ζήτησε γκόμενο βαρβάτο.
 

Πεταλούδα

Θαλασσογέννητη Ελπίδα των Ηλιόμορφων Ονείρων
Προσωπικό λέσχης
Μία σούμα από μια παλαιότερη συλλογική γραφή, θα πάρουν την σειρά τους κι άλλα νήματα σιγά σιγά. Ένα δημοτικό τραγούδι με πιο.. μοντέρνα προσέγγιση.
Για όποιον θα ήθελε να πάρει την σκυτάλη, οδηγίες υπάρχουν στην αρχική ανάρτηση του νήματος.


Του Κίτσου η μάνα κάθεται και πλέκει ένα πουλόβερ...
της έφυγε η βελονιά και βρίζει στον αέρα

η μάνα του Κίτσου:
«Γιατί βρε σακοράφα μου το στραβοβελονιάζεις;
Μην θέλεις στην πελότα σου απάνω να κουρνιάζεις;
Δεν βλέπεις πώχουμε δουλειά, δύο φαρδιά μανίκια
Για να τυλίξουνε ζεστά τα χέρια τα αντρίκεια;»

η βελόνα
«Μάνα του Κίτσου του βαρύ του άντρακλα του μέγα
Βαρέθηκα στα σκοτεινά κάτω απ΄το φως του Βέγα!
Και πώς με θέλεις να πιαστώ με τα φαρδιά μανίκια
Αφού αντί γι' αγνό μαλλί μού 'δωκες μαύρα φύκια;
Κάλλιο να μου 'βαζες, κυρά, χρυσές κλωστές γνεσμένες
Τα χέρια του να ντύνουνε φτερούγες στολισμένες
Κι όταν θ' ανοίγει τα φτερά ψηλά θε να πετάει
Κι ακόμη και το σούπερμαν να τονε κοπανάει
Και άμα ρίχνει από καμιά φτυσιά παλικαρίσια
Να βρέχει, να ποτίζονται αγροί και κυπαρίσσια»

Αυτά ο Κίτσος σκέφτουνταν με φαντασία περίσσια
Κι η μάνα τ' εκαμάρωνε γνέθοντας πλέξη ίσια

Κίτσος:
«Μάνα παράτα τα πλεκτά, φτιάξε ένα καφεδάκι
Να πάρω μία ρουφηξιά πριν πάω για μπιλιαρδάκι»

Μάνα:
«Μέτριο το θες, λεβέντη μου, γι(α) ασήκωτο με δίχως;
Πο'χεις πουλόβερ ροζουλί και τόσ' αντρίκιο ύφος»

Κίτσος:
«Σκέτο ρε μάνα και βαρύ να δουν πως είμαι άντρας
Κι όχι κουκλίτσα λυγερή κι αρχόντισσα της πάστρας
Κι όταν με στέκα θα οπλιστώ, μπιλιάρδο για να παίξω,
Τη λεβεντιά μου την τρανή ούλη θα βγάλω έξω!
Για να κορίτσια να την δουν κι έτσι να τα θαμπώσω
Στις μπάλες και την στέκα μου που είμαι πού 'μαι λεβέντης τόσο»

Μάνα:
«Συρε λεβέντη μ’ στο καλό, τις τσούπρες να μαγέψεις
Μον’ έλα αργά το σούρουπο, τις γίδες να μαζέψεις
Και τον καφέ σου στο θερμός πάρε ζεστό μαζί σου
Να πίνεις στην διαδρομή να αγάλλετ’ η ψυχή σου»

Πήρε ο Κίτσος το θερμός, μα πήρε και καπότα
Γιατί το βράδυ στο μαντρί τ' αγιάζι αλλάζει φώτα.

Μάνα:
«Άει στο καλό λεβέντη μου και καραμπουζουκλή μου
Φτού σου! μη σε ματιάξουνε, καμάρι και κουκλί μου!
Φυλάξου και απ' τις όμορφες τι τσούπρες που θα έβρεις,
Δεν είσαι εσυ για παντρειές, μα μόνο να μαγεύεις
Του κόσμου αυτού την εμορφιά την έχεις δα περίσσια,
Γι' αυτό: το νου σου σ' κοπελιές πού 'χουν κορμιά φιδίσια!»

Και ο Κίτσος κατηφόρισε να πάει για μπιλιαρδάκι
Κι η μάνα τον καμάρωνε, πλέκοντας βελονάκι
Ροβόλησε στον καφενέ, ίδιος αητός βουνίσιος
Την είσοδό του έκανε, το μάγεψε το πλήθος
Χόρεψε δίχως μουσική ζεϊμπέκικο αλεγρίτο
Και όλοι μ' ενθουσιασμό φωνάζαν «μπράβο! ζήτω!»

Μα πάνω που 'ριχνε στροφές γεμάτος νταηλίκι
Από την πόρτα τη μικρή ξεπρόβαλ' η Αλίκη
Με δυο πλεξούδες τα μαλλιά, κόκκινο κορδελάκι
Με το δικτυωτό καλσόν, φουστίτσα και γοβάκι
H Mίνι φούστα berberry το κορδελάκι gucci
Μα το τάγαρι κρεμάστο κι από μυαλό κουκούτσι!

Kαι όταν στην πόρτα πρόβαλε και του 'ριξε ένα βλέμμα
Το μάτι του εθόλωσε, και του 'φυγε όλη η τρέλα
(Η τρέλα αυτή που εννοώ δεν ήταν τρέλλα πάθους
Η τρέλα αυτή που εννοώ ήτανε τρέλα άγχους)
Τη μελετούσ' ο Κίτσος μας, το μάτι του γαρίδα,
Τις γόβες της και τη στρασιά, τη λάγνα βλεφαρίδα

Ευθύς αμέσως θέριεψε, κόρδωσε το κορμί του
Κι έριξε με την στέκα του για να τον δει η καλή του
Οι μπάλες όλες μπαίνουνε, η άσπρη στην τσόχα τρέχει
Κι ο Κίτσος είναι φανερό τις τρύπες τις κατέχει

Πλήθος πολύ μαζεύτηκε, να δει καλαμπαλίκι
και ύφος παίρνοντας σεμνό, ζυγώνει κι Αλίκη.
Ο κόσμος τον παρότρυνε και η Αλίκη τάζει:

Αλίκη στον Κίτσο:
«Κίτσο μ', αυτή η στέκα σου που δύναμη σταλλάζει,
αν καταφέρει τρεις φορές τη μπάλλα να πετύχει,
μ' εσέ θα γίνω κολλητή και φεύγω απ' τον Ευτύχη!»


Ο Κίτσος στη στέκα
:
«Στεκούλα μ', άκουσα καλά; Τι μ' είπε η μαριόλα;
Θα με βοηθήσεις μια σταλιά να κάνω καραμπόλα;»

Κι εκεί που σκύβει, τελικά, την τρύπα να πετύχει
ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και βλέπουν τον Ευτύχη!


Ευτύχης στο Αλικάκι:

«Αααααα! Ουστέ ιδώ μου τριγυρνάς στουν καφηνέ του Γουόλη
μι του δικτυουτό καλτσουόν κι όξου την πλάτη ουόλη!
Αχ, τα 'λεγε η μάνα μου πους πρέπ' να σι προυσέχω
Κι όπου πας κι τριγυρνάς ξουπίσου σου να τρέχω!»

Αλικάκι στον Ευτύχη:
Ευτύχη παρεξήγησες και ντρέπομαι για σένα
εξέχασες που ρίγιζες με την μικρή παρθένα?

Κίτσος στον Ευτύχη.
-Αντρας αν είσαι, κόπιασε, πιάσε την άλλη στέκα
το γυναικάκι θα χαρεί όποιος καρφώσει δέκα

Οι δυό αγριοκοιτάζονται, η Αλίκη στέκει μόνη
κι η σάλα επλημμύρισε σκληρή τεστοστερόνη


Η Αλίκη στον Κίτσο

- Η ζήλεια του κι ο έλεγχος πολύ μ΄έχουν κουράσει
με μπούρκα όταν θα με δει, ίσως θα ησυχάσει

Οι μπάλες τρέχουν σαν τρελές, στις τρύπες δραπετεύουν
τα μάτια τώρα ολονών, τον νικητή γυρεύουν!

Ο Κίτσος στέκει θριαμβευτής, τη στέκα του κραδαίνει
αίφνης η πόρτα άνοιξε, κι η μάνα τ' μέσα μπαίνει:

-ΚΙΤΣΟΟΟΟΟΟΟ!!
Τι κανς εκει λεβέντη μ;

Η μάνα προς τον Κίτσο, κοιτώντας απαξιωτικά την Αλίκη
- Λεβέντη μου, αγόρι μου, της μάνας σου καμάρι,
μην θέλει αυτή η παστρικιά μακριά μου να σε πάρει?

-Μητέρα παρεξήγησες την έμορφη κοπέλα
που ήλιος δεν την ακουμπά καθώς κρατεί ομπρέλλα

-Ο ήλιος κανακάρη μου δεν πάει παραπέρα
όμως ο λιακος που και που της παίζει τη φλογέρα.



 
Top